Realpolitik (from German: real «realistic», «practical», or «actual»; and Politik «politics», German pronunciation: [ʁeˈaːlpoliˌtɪk]) is politics or diplomacy based primarily on power and on practical and material factors and considerations, rather than explicit ideological notions or moral or ethical premises. In this respect, it shares aspects of its philosophical approach with those of realism and pragmatism. The term Realpolitik is sometimes used pejoratively to imply politics that are coercive, amoral, orMachiavellian.

«Γιατί έτσι βέβαια φαίνονται οι διαμάχες ανάμεσα στους ιδεαλιστές, στους σολιψιστές και στους ρεαλιστές. Άλλοι ψέγουν την κανονική μορφή της έκφρασης σαν να αντιμάχονταν μία βεβαίωση∙ άλλοι την υπερασπίζονται, σαν να διαπίστωναν γεγονότα που αναγνωρίζει ο κάθε λογικός άνθρωπος» [Wittgenstein, ΦΕ§402]

«Δυο μεταφυσικοί», αναφέρει ο Kant σε κατάλοιπο μεταξύ 1776-8, «ένας εκ των οποίων αποδεικνύει τη θέση και ο άλλος την αντίθεση, καταλαμβάνουν στο βλέμμα ενός τρίτου παρατηρητή τη θέση ενός αντικειμένου σκεπτικής διερεύνησης: οφείλει κανείς να διέλθει από τις δύο (ενν. θέση και αντίθεση)» [#5015, κατάλοιπο περί το 1776/8, ΑΑ18:60κ.ε.]

 

Alber Camus

In Albert Camus’, American Journals, he wrote a passage that spawned Amos val’s latest release, In The Afternoon A Great Event.

“…But the sky is full of a nasty haze and the sun looks like a sickness. The sea looks like an enormous swelling with the metallic brilliance of decay. In the afternoon, a great event: we pass a ship that’s following the same route we are. The greeting that the two ships give each other with three grand prehistoric animal roars, the waving of the passengers lost at sea and alert to the presence of other human beings, the irrevocable separation on the green, malevolent waters-all that weights on the heart a little. Afterwards, I remain staring at the sea for a long time, full of strange and good exaltation.” -Albert Camus

In The Afternoon A Great Event existed for over two years before it’s final iteration. Over the song’s lifetime, the soaring movement began to stand alone from Amos val’s previous work, as it’s venturesome development and linear qualities turn Camus’ bitter-sweet connection into a living, breathing organism, bound for discovery.

Amos Val

taken from ‘Chronicle

Arcade Fire

«Dear God, would you send me a child? / Oh! God, would you send me a child / Cause I wanna put it up on the TV screen»

αποκλειστικό: τυπώνουμε χρήμα

Posted: 7 Μαΐου, 2015 in Χωρίς κατηγορία

εδώ και λίγες εβδομάδες σε μυστικές τοποθεσίες στη ‘γουρουνόνησο’ του Ελενικού πλανητικού συστήματος τυπώνεται το νέο μας νόμισμα: ‘Πουλ – γου’

Μάθε περισσότερο εδώ:

Ή εκεί;

Ή παραπέρα…

Φυσικά η εποχή μας δεν είναι μεταφυσική.

Υπάρχουν συγκεκριμένα μετρήσιμα μεγέθη… ευτυχώς…

Υπάρχουν αριθμοί που καθορίζουν όρια και καθιστούν απτό το πράγμα…

Υπάρχουν όροι και κανόνες που οριοθετούν τα πλαίσια και τις επιλογές…

Κυρίως, υπάρχει η ελευθερία στην επιλογή ή στις επιλογές ανάμεσα σε μια πλειάδα αγαθών που διακινούνται ελεύθερα – ως επί το πλείστον…

Υπάρχουν αγαθά, πάμπολλα αγαθά, απτά συγκεκριμένα αντικείμενα…

Ευτυχώς…

Υπάρχουν απτά πράγματα που αγοράζουμε…

Υπάρχει το χρήμα – το πλέον απτό σύστοιχο της ανθρώπινης εργασίας…

Υπάρχει η ανθρώπινη εργασία που παράγει απτά αντικείμενα και αξία…

Υπάρχει η αξία: Η αξία ενσωματώνεται στα απτά αντικείμενα ως απτή πολύ συγκεκριμένη ιδιότητα του κατόχου του αντικειμένου ή αγαθού…

Η πολύ συγκεκριμένη ιδιότητα αντιστοιχεί στις διαστάσεις που προβάλλει απτά η διαφήμιση… ευτυχώς…

Μπορώ και αγγίζω τα αντικείμενα… μπορώ και αγγίζω τις ιδιότητές τους…

Μπορώ και αγγίζω το χρήμα… απτά συγκεκριμένα: Μια συγκεκριμένη κάρτα – μια πραγματική κάρτα που συνδέεται με έναν πραγματικό λογαριασμό… ή και όχι: Αλλά οπωσδήποτε που δημιουργεί πραγματικές σχέσεις ανάμεσα σε μένα και την τράπεζα…

Ένας πραγματικός χώρος… ένα πραγματικό κτίριο με πραγματικούς ανθρώπους και πραγματικά χρήματα… ένα πραγματικό κεφάλαιο που διαμεσολαβεί πραγματικά…

Μπορώ και τα ακουμπάω όλα αυτά… τα ψηλαφώ… θιγγάνων ο νους: το χέρι δηλαδή…

Όλα αυτά είναι τόσο μα τόσο πραγματικά… είμαι τυχερός που πραγματώνομαι κι εγώ μέσα σε αυτές τις πραγματικές σχέσεις… ένας πραγματικός προσδιορισμός: Θετικός ή απλά κινητήριος… θέτει σε πραγματική κίνηση…

Η πραγματική κίνηση που με προσδιορίζει απόλυτα… πραγματικά…

Ο μοναδικός πραγματικός προσδιορισμός που εξασφαλίζουν οι απτοί συγκεκριμένοι αριθμοί…

Απόλυτος ο προσδιορισμός: Απόλυτα μετρήσιμος και απόλυτα παρόν: Αφανίζοντας τις ψευδαισθήσεις μιας πολλαπλότητας δυνατών προσδιορισμών. Ευτυχώς. Μονιστικός.

Ευτυχώς η εποχή μας δεν είναι μεταφυσική ή αν προτιμάται είναι αντί-μεταφυσική… πιο σημαντικά είναι αντί-συμβολική – δεν επιτρέπει πια σύμβολα… η κριτική της θετικής επιστήμης έχει διαλύσει όλα τα σύμβολα…

Πραγματικά: μπορώ να πω ότι ζω πραγματικά ίσως μέσα σε ένα ολόγραμμα – μιλώντας από θεωρητική φυσική άποψη… ευτυχώς… ίσως πάλι αντιστρέφεται και ο χρόνος που λέει και ο Hawking και σαν τον Ξένο στον Πολιτικό του Πλάτωνα οι άνθρωποι να ξεπετιούνται από τη γη, γέροι, να ξανανιώνουν, να γνωρίζουν τα παιδιά τους και μετά να τα γεννούν έως ότου μωροί μωρά να επιστρέφουν στη γη… ευτυχώς.

Φυσικά η φυσική δεν είναι μεταφυσική.

Ούτε και η εποχή μας.

Μπορώ και αγγίζω όλα τα πράγματα-  δεν φτάνει αυτό;

Είπε ο Άγιος και χάθηκε μέσα στο δάσος (του)…

Siouxsie Sioux DollsSS4fdfgdfgdfgdfg

Για το κείμενο του Δημήτρη Δημητριάδη στο Βήμα της Κυριακής

(Φύλλο της 5 Απριλίου 2015, Νέες  Εποχές).

Το κείμενο του ΔΔ με ενόχλησε. Σα να ξαστόχησε η πρόθεσή του – η όποια πρόθεσή του – συγχέοντας διαφορετικά γεγονότα, αιτίες, συνέπειες, ονόματα και πρόσωπα. Σα να βρισκόταν όμως σε σύγχυση κυριότερα για την εξομολόγηση και τη σημασία της: Όλα έχουν τον χρόνο τους, παραφράζοντας τον Μαρωνίτη, που κάποτε ανάφερε ότι δεν υπάρχουν καλά και κακά βιβλία αλλά μόνον καλές και κακές συγκυρίες. Έτσι και εδώ.

Το νήμα που θα έπρεπε να συνέχει τις ετερόκλητες αφηγήσεις του ΔΔ, η επιθυμία δηλαδή και η ματαίωσή της ως εφαλτήριο της απόγνωσης ή της οργής, της κατάθλιψης, και, εν τέλει, ως όργανο που καθοδηγεί το χέρι του αυτόχειρα, ξαστόχησε κι αυτή. Μα γιατί όμως; Εύλογο το ερώτημα, αν σκεφτούμε ότι ο αυτόχειρας περιγράφεται με ψυχαναλυτικούς όρους ή προσεγγίζεται, εν πάση περιπτώσει, μέσα από ψυχαναλυτικές κατηγορίες – άστοχη εδώ, ειρήσθω εν παρόδω και η αναφορά στο όνομα του Spinoza μέσα σε μια συνάφεια αυτοκτονιών (πραγματικά άστοχη).

Ανάμεσα σε προσωπικές εξομολογήσεις και παραδοχές, ανάμεσα στην κοινοτοπία του Κακού (που θα έγραφε και η Arendt) και τη φαντασίωση της πραγματοποίησής του, μικρές ή μεγάλες παραδοχές που θα μπορούσανε να επιβαρύνουν τον καθένα και τη καθεμία, οι λέξεις του ΔΔ ξαστοχήσανε κι αυτές: Το θέμα δεν υπήρξε ποτέ η αυτοχειρία (αν και προφανώς αυτή είναι η αφορμή). Το θέμα δεν υπήρξε ποτέ ο τρόπος που οι άρρητες και υπαινικτικές – είτε (εξ)ομολογούνται τελικά είτε όχι – κοινωνικές νόρμες καθορίζουν τις διακρίσεις ανάμεσα στο ‘φυσιολογικό’ και το ‘μη φυσιολογικό’ (αν και σαφώς αυτό έχει τον δικό του ρόλο στην αφήγηση του ΔΔ). Το θέμα δεν υπήρξε ποτέ η επιθυμία και η ματαίωσή της, η οργή, η εκδίκηση και η τιμωρία (αν και προφανώς όλα αυτά έχουν τη δική τους σημασία στην ψυχολογική κατάσταση των εμπλεκομένων προσώπων του ΔΔ, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου). Το θέμα δεν υπήρξε καν η μετάθεση του αντικειμένου της ματαιωμένης επιθυμίας από το πραγματικό στο συμβολικό (αν και αυτή ακριβώς είναι η μετατόπιση που επιζητά ο Λόγος και παραδέχεται ο ΔΔ, όταν αναφέρει ότι το καταφύγιό του υπήρξε η γραφή). Και ποιο υπήρξε το θέμα τότε;

Η εξομολόγηση διατηρεί τη θεραπευτική της σημασία, δεν αντιλέγω. Αν και η αντίρρησή μου είναι ότι η θεραπεία δυστυχώς επιφορτίζει τα θύματα των κοινωνικών προκαταλήψεων – ποτέ την κυρίαρχη αφήγηση (εδώ λ.χ. ο ΔΔ απολογείται ουσιαστικά για αυτό που είναι και αυτό, σε εμένα τουλάχιστον, μου φαίνεται άστοχο, όταν, στη θέση του, θα έπρεπε να απολογηθεί η ηγεμονική αφήγηση της ελληνικής πραγματικότητας). Οι λέξεις όμως ηχούν παράκαιρες ξανά: Η θεραπεία προϋποθέτει τις λέξεις αλλά όλες οι λέξεις δεν είναι ίδιες, ακόμη κι αν ομοηχούν. Η θεραπεία, παραφράζοντας τον Wittgenstein, προϋποθέτει την κατάλληλη λέξη, αυτήν δηλ. που θα απελευθερώσει και θα επιτρέψει την κατανόηση. Η κατανόηση όμως εδώ πολλαχώς λογίζεται: Διαφορετική η κατανόηση που οδηγεί στο πάσχειν και το συμπάσχειν…  διαφορετική η κατανόηση που συνδέει λόγους με αιτίες… διαφορετική η κατανόηση που επιζητά την υπομονή… διαφορετική η κατανόηση που ακουμπάει τη συμφωνία, το γνέψιμο της κεφαλής που λέγει ‘ναι, έτσι είναι’ – διαφορετικές όλες, όχι αναγκαστικά αλληλο-αναιρούμενες, αλλά απλά διαφορετικές.

Η προσωπική προοπτική του ΔΔ δεν μου επέτρεψε ποτέ να θεραπευτώ ή να κατανοήσω – βεβαίως κάποιος θα αντιτείνει ότι ο συγγραφέας είναι μοναχικός ή η ‘προσωπική’ προοπτική ενέχει τον κίνδυνο μιας επανάληψης που αποτυγχάνει, εν τέλει, να καταστήσει κοινωνούς προθέσεων και νοημάτων τους αναγνώστες (ίσως και σκόπιμα)… ναι δεν αντιλέγω. Αλλά η γραφή δεν είναι ποτέ της προσωπική, ακόμη κι αν το νομίζουμε αυτό. Δεν παύουμε να χρησιμοποιούμε γενικές έννοιες και λέξεις που μεταστρέφουν αυτόματα το πλέον ενδόμυχο στο πλέον ορατό και εξωστρεφές. Παρόλα αυτά, πότε – πότε η γραφή αναδύεται μέσα από την επαναληπτικότητά της και αποζητά να αγγίξει τον άλλον, να συνεπικουρήσει σε αυτό που λέμε, κατανόηση και νόημα (συχνά ή σπάνια, αλλά οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι ανάμεσα στις ιδιότητες της γραφής είναι και αυτή: Να διαφοροποιήσει την επαναληπτική αντανάκλασή μας). Τότε, σε αυτήν δηλ. την περίπτωση, η γραφή αποζητά άλλες λέξεις ή η βούληση της γραφής θέλει άλλες λέξεις!

Στη θέση της ‘αυτοκτονίας’ θα προτιμήσω τη λέξη ‘δολοφονία’. Το θέμα δεν υπήρξε ποτέ η ματαιωμένη φωνή της επιθυμίας του συγκυβερνήτη, ποτέ. Το θέμα υπήρξε η δολοφονία 150 ανθρώπων – και δη νεαρών παιδιών. Στη θέση της κοινοτοπίας της ψυχανάλυσης θα επικαλεστώ την ηθική και τις κατηγορίες της, όπως ευθύνη ή αξιοπρέπεια, αλλά και τη νομική υπόσταση των κανόνων μιας κοινωνίας – όπου επιβιώνουν ακόμη: Το θέμα υπήρξε η δολοφονία. Το γεγονός ότι είμαστε όλοι δυνητικά ή σε αναμονή μιας ματαίωσης δεν μας καθιστά όλους αυτόχρημα δολοφόνους σε αναμονή – αυτό το παραδέχεται ο ΔΔ αλλά είναι εξίσου κοινότοπο όσο και το κακό. Προτιμώ, σε κάθε περίπτωση, τη μεταφορά (;) του Beckett: ‘Να προσπαθείς διαρκώς. Να αποτυγχάνεις διαρκώς. Δεν έχει σημασία. Προσπάθησε ξανά. Απότυχε ξανά. Απότυχε πιο καλά’ (Worstward Ho) – αμφίσημο βεβαίως και αυτό (πώς να εννοήσω εδώ την ‘αποτυχία’;).

Ίσως έχει δίκο ο ΔΔ, δεν ξέρω. Αλλά νομίζω ότι θα ξαστοχήσω αν επιχειρήσω να απαντήσω εδώ. Συμφωνώ με τον ΔΔ, ότι το κακό δεν μας επισκέπτεται με κέρατα ή διχαλωτή γλώσσα και μακριά μυτερή ουρά… αλλά μπορούμε να αναστείλουμε τον αναστοχασμό ή την ενδοσκόπηση, αν προτιμάτε, επιλέγοντας σοφά τις λέξεις μας και τη χρονική συγκυρία της κατάθεσής τους. Και η λέξη ευθύνη διατηρεί την επικαιρότητά της, αναλογιζόμενοι, πολύ περισσότερο, ότι η γερμανική εταιρεία αποφεύγει τις δικές της (και η προσήλωση στην κατανόηση του δολοφόνου συσκοτίζει τη σημασία της ευθύνης). Είναι πια σαφές ότι μιλάω άλλη γλώσσα από τον ΔΔ, γλώσσα που επιτρέπει οριακά την αλληλοκατανόησή μας (αν τίθεται καν αυτό το θέμα). Πιθανότερο είναι να μην έχω κατανοήσει εγώ. Ποιος ήταν ο δολοφόνος; Η απάντηση ίσως θα πρέπει να δοθεί πολύ μετά, όταν πια η κουκουβάγια της ιστορίας αυτής θα έχει διανύσει την πορεία της μακριά, χρονικά, από το συμβάν, παραφράζοντας Hegel. Ίσως.

Η ‘προσέγγιση’ του ΔΔ δεν αφορούσε σε καμία περίπτωση τη συντριβή του Airbus αλλά μόνον τον ίδιο και αυτό κατέστησε τη γραφή του ενοχλητική, για εμένα. Ίσως υπό διαφορετικές συνθήκες ή άλλες αφορμές να μπορούσα να μιλήσω για τη γενναιότητα του ΔΔ και της εξομολόγησής του… αλλά όχι εδώ, όχι τώρα, όχι αυτή τη φορά.

ΥΓ. Θα ήθελα επίσης να κατανοήσω για ποιον λόγο η ‘φυσική ανάγκη’ του κυβερνήτη τίθεται μέσα σε αποστρόφους και για ποιον λόγο έχει τη σημασία της – σημασία που ουδέποτε ξαναπιάνει η γραφή του ΔΔ (ίσως να έχει διαφύγει από τη δική μου προσοχή) – εκτός και αν η όποια σημασία της εντάσσεται στη συμπαιγνία της τύχης που καθίσταται, εκ των πραγμάτων, σπαρακτικά αναγκαία.

Aside  —  Posted: 9 Απριλίου, 2015 in (παρά) φιλοσοφικά, (oblivion) μνήμη, grinderman, παύσεις / σιωπές, συμπτωματολογία, συντακτικά φαινόμενα, υπεραναγνώσεις, χρονογραφίες(ή Benjamin), αποβλεπτικά σχόλια, αγρυπνία (Nachtgottestdienst / wake), ακατονόμαστος, αντι/εκπαιδεύομαι, γραμματικές παρατηρήσεις, ερινύες, ετερότητες, λεκτοφονίες / λεξιφωνίες, λοξολογίες, μηδέν, νομάς, ο Άγιος, Kant, Wittgenstein

αυτή η ανάρτηση ήταν να έχει θέμα της τον ‘ρεαλισμό’ αλλά προτού σχηματιστεί σε διαδοχές λέξεων συνάντησε την επιστροφή των GY!BE (godspeed you! black emperor)  … είναι εύλογο πια ότι δεν θα έχει σαν θέμα της τον ρεαλισμό και τις παρενέργειές του αλλά την επιστροφή του ιρ-ρεαλισμού (στις αγορές;)… ή μήπως;

GY!BE

ή όπρλως ρλέει και ένλρας σπουδρλαίος σύντροφλιμος

joycecatdevilrose19

ο λρεαρλισμλρός είνλραι η βρεβλεότρλητα ότρλι ο εκσωτρερλικός κόλσμρος είνλραι η φόδρλρα τρλου εσωτλερλικού κόλσμρου γυριλισμένλρη ανάποδλρα ή και τρλο αντίστρλοφρο δηρλαρλδή ο εσωτλερλικός κόλσμρος δεν είνλραι παρλά πτύχωρση του εκσωτρερλικού… έτσι όμρως ο λρεαρλισμλρός συμπίπτει απόρλυτα με τον ιρλρεαλισμλρό ή αντί ρλρεαλισμλρό ή ιδεαρλισμλρό…

(ιρλ/αντιρλ/ιδερλ) λρεαρλιστλής κατεκσοχρήν υπήρξλε ο Διάβορλος και η γρλώσσλρα (του)

P.S. The devil mostly speaks a language of his own called Bellsybabble which he makes up himself as he goes along but when he is very angry he can speak quite bad French though some who have heard him say he has a strong Dublin accent

(James Joyce’s ‘The cat and the devil‘)

joycecatdevilrose15