Αρχείο για Ιουλίου, 2007

(*)

Posted: Ιουλίου 29, 2007 in αγρυπνία (Nachtgottestdienst / wake)

σε παρακολουθεί πάντοτε ένα βλέμμα ή ένα σταθερό σημείο: είναι εξωτερικό προς εσένα; ή μήπως εμμένει; μπορείς να ξετυλίξεις την ιστορία ως την ιστορία του βλέμματος που βουβό (δίχως παραστάσεις) παρακολουθεί; φύση, θεός, συνείδηση, αυτοσυνείδηση, υπερεγώ, το όνομα του πατρός… αυτός είναι ο εχθρός: στο κέντρο ή την άκρη όλων, το παν: αυτό παρακολουθεί: το έλλογο ή το μη συνειδητό, η συνείδηση που διακρίνει το παν σε ένα και παν ή η αυτοσυνείδηση που διακρίνει την πράξη της ως συνείδηση και αναγνώριση… ποιος ξέρει: αυτή η σκέψη που με παρακολουθεί: όταν το βλέμμα (σου) προσηλώνεται στο αντικείμενο, τότε υποχωρεί το βλέμμα () και αφομοιώνεται από το αντικείμενο: αυτό είναι πια το (βλέμμα) ενώ εσύ αυτό παρακολουθείς (ως βλέμμα)… μπορεί αυτό να στρέψει με τη σειρά του το βλέμμα του πάνω σε εσένα και να σε καταλάβει, με τη βία ή διαπραγματευόμενο τη θέση σου: υποχείριο… περιχαράσσεσαι τότε και παραμενεις ακίνητος ενόσω αυτό προσηλώνεται σε εσένα – έως ότου σε κατακτήσει ή παραδοθείς… αυτή τη φορά το βλέμμα επανακάμπτει ως το απόλυτο μάτι και σε ακινητοποιεί σε ένα ενδιάμεσο της προβολής (σου) καθιστώντας τη διαφυγή αδύνατη (ιδεολογία)… φυσικά και μπορείς να αναλάβεις το βλέμμα: προασπίζεσαι πια με όλη τη δύναμή σου αυτό το προνομιακό σημείο θέασης του παντός ή του ενός: αυτόν που παρακολουθεί… ωστόσο πάντοτε υπάρχει η περίπτωση εκείνη που το βλέμμα αδυνατεί να εστιάσει… δεν προσηλώνεται αλλά διαχέεται και αποσυντονίζει την παράσταση διασπώντας αυτήν σε αποχρώσεις μέχρις ότου η έσχατη απόχρωση ταυτοποιηθεί με τον ορίζονται και αφανιστεί: μαζί και εσύ ή αυτή η πράξη της θέασης… αυτή η μη αναφορά ή μη αποβλεπτικότητα ενός μη βλέμματος αποτρέπει αυτόν που παρακολουθεί: η συνείδηση τότε λαθεύει ή σε λήθαργο εξοντώνει τον εαυτό της: πραγματώνεται ως το απόλυτο μηδέν που διαρκώς διαλύει όλες τις υποψίες της: ότι κάποιος παρακολουθεί… αυτό το μη βλέμμα είναι αυτο-αναφορικό: το πρόβλημά του είναι ότι το αυτό της αυτο-αναφοράς διαχέεται με την επιστροφή: άρα θα μπορούσε να μην έχει υποστασιοποιηθεί ουδέποτε η πράξη του βλέμματος – αν είναι βλέμμα: ξαφνικά μεταμορφώνεσαι στο παν που παρακολουθεί το παν: αποτρέπει το παν από την ολότητά του και διακρατά με αγωνία τη μη συνοχή της συνεκτικής ολότητας: η μη συνοχή είναι το μη βλέμμα ενόσω η συνεκτική ολότητα είναι η συνείδηση της μη συνείδησης: εκμηδένιση… σε αυτό το σημείο: ισορροπείς: καταβάλεις προσπάθεια ούτως ώστε να καταδείξεις ένα αντικείμενο εξωτερικό προς το βλέμμα: προσηλώνεσαι στο αντικείμενο (των άλλων): αυτή η προσήλωση ισοδυναμεί με την αναγνώριση των άλλων: οι άλλοι αναγνωρίζουν ότι είσαι κι εσύ μέρος αυτών ή αυτός ο ίδιος (ένας άλλος): δεν έχει σημασία διότι θυμάσαι οτι έρχονται μέρες που προσηλώνεσαι με ευκολία σε ένα αντικείμενο κι εσύ – απλά είναι λίγες ή ελάχιστες… κι όμως: πονάς όταν σκέφτεσαι… ο πόνος είναι αφόρητος και σύντομα διαρρηγνύει τα όρια ενός σώματος και διαχέεται με την σειρά του έως ότου το παν υποφέρει: σιωπή… αργά προς το ξημέρωμα… είναι μία ώρα ή τόσο σχεδόν που δεν ακούγεται τίποτα: μάλλον η γη δεν κατοικείται… και το τελευταίο τιτίβισμα σωπαίνει ενώ κανένας άνθρωπος δεν εμφανίζεται: λιγότερο από ώρα… κατά τις έξι σχεδόν κρώζει ο γλάρος και ένα κοπάδι διασχίζει τον ουρανό μας… προσηλώνεσαι ξανά στο αντικείμενο (εγώ ή σώμα ή εργασία ή οικογένεια ή τίποτα ή τί;)… κάποιος παρακολουθεί ξανά…

ξεφυλλίζοντας το Περί Βλακείας του Musil δεν έχω παρά να αναγνωρίσω τη μεγαλοφυΐα του αυστριακού… καταρχάς το κείμενο παρακολουθεί τον μόχθο του συγγραφέα να προσδιορίσει το μέγιστο γένος της έννοιας της βλακείας: ήδη αυτή η παραχώρηση δηλαδή η παραχώρηση της βλακείας στην έννοια (ή και το αντίστροφο) θέτει την βλακεία ταυτόχρονα ως απόλυτα εμμενή (κατ’αίσθησιν έννοια) αλλά και ως απόλυτα υπερβατολογική: εμμενή στην ίδια τη φύση της νόησης… αυτός ο μόχθος του Musil αναστέλλει κάθε δυνητικό προσδιορισμό της βλακείας εκ μέρους του ίδιου του συγγραφέα ο οποίος πρόθυμα παραχωρεί τον εαυτό του στην δύναμη και την γοητεία της (ως κατεξοχήν λογοτέχνη) και προχωρεί προκειμένου να διερευνήσει πώς συλλαμβάνεται η βλακεία είτε μέσα από την νέα επιστήμη της ψυχολογίας είτε – κι αυτό ενδιαφέρει – μέσα από την σύλληψη ενός κοινού νου… η επικληση στο όνομα του Καντ και η ανασυγκρότηση της έννοιας της βλακείας ως μίας αστόχαστης κρίσης, μίας αστόχαστης βεβιασμένης κρίσης κατατάσσει αυτόχρημα τη βλακεία στο βασίλειο της κρίσης περί καλαισθησίας καθιστώντας με αυτόν τον τρόπο τη βλακεία μία κενή υποκειμενική προοπτική περί ενός πράγματος που κρίνουμε με αισθητικά κριτήρια – κι όχι ως ένα δόκιμο γνωστικό περιεχόμενο (η υποκειμενική προοπτική δηλαδή που αξιώνει αντικειμενική ισχύ ή αξιώνει καθολικότητα)… αυτή η ταλάντωση της σκέψης του Musil περί της βλακείας, αν δηλαδή είναι ή όχι έννοια και αν είναι έννοια υπό ποιους όρους είναι έννοια τον καθοδηγούν μέχρι και την σύλληψη του μέγιστου γένους υπό το οποίο θέτουμε τη βλακεία: την αισθητική…  αν και σύμφωνα με τον Καντ  ο τόπος της αισθητικής (το ωραίο) δεν συγκροτεί κανενός είδους έννοια ή συνιστά τον προνομιακό χώρο μίας συγκεκριμένης λειτουργίας της κριτικής δύναμης που συνίσταται μόνον στην ελεύθερη συμφωνία και το παιχνίδι της φαντασίας με το νου, εντούτοις ο Musil συλλαμβάνει την αισθητική με ηθικούς όρους συνδέοντας με αυτόν τον τρόπο την αισθητική με την ηθική: το ωραίο με το αγαθό… όχι ακριβώς φυσικά: η ηθική ή η αισθητική εμμένει σε κάθε κρισεολογική πράξη του υποκειμένου ως το στοιχείο κατεξοχήν που προσδιορίζει την προοπτική του υποκειμένου άρα και το περιεχόμενο των κρίσεών του: αν το αγαθό ταυτίζεται με το ωραίο στην ανάγνωση της αρχαίας ελληνικής σκέψης, ο σύγχρνος κόσμος, αντίθετα, επιφυλάσσει μία πολύ διαφορετική ανάγνωση αυτής της αρχαίας ταυτότητας: το ωραίο εσωκλείει την αρχή του κακού – όχι το αγαθό… αυτή η αντιστροφή των εννοιών παρακολουθεί την αναγέννηση του ανθρώπινου πνεύματος των νέων χρόνων: η βλακεία εντέλει συνδέεται άρρηκτα με την ύβρη, το κακό και το ωραίο (ως το κέλυφος της διαβολής) – εκείνο το ωραίο που υπερβαίνει τον κοινό νου: αυτός διάκειται έναντι κάθε υπέρβασης του εαυτού του εχθρικά: αρχικά εκφέρει μία κρίση βεβιασμένη που συνδέει κάθε παρέκκλιση προς το καθεστώς (το κατά το έθος ή σύνηθες) ή που συνδέει κάθε πράξη που υπερβαίνει μία συνήθη πρακτική που προφανώς ο ίδιος δεν κατανοεί με τη βλακεία… αυτή η κρίση που συχνά είναι η κρίση του όχλου (Εμείς λέει ο Musil αντιπαραθέτοντας το Εμείς προς το Εγώ) καθοδηγεί προς τη μέγιστη επίδειξη βίαιης συμπεριφοράς που θα καταλήξει αναμφίβολα σε μαζική εξολόθρευση της ετερότητας… άρα βλάκας είναι αυτός που προσδοκά τον αφανισμό του ή την εξόντωσή του… δεν είναι τυχαιο άλλωστε πως ο συγγραφέας του Ανρθώπου Χωρίς Ιδιότητες προεκτείνει την σύλληψή του και αναγνωρίζει ως νέα κατηγορική προστακτική την εξής σκέψης: πράττει ώστε να παραμένεις απαρατήρητος… αυτή η προτροπή ισοδυναμεί περίπου με μία προτροπή απραξίας: ωστόσο αυτή η απραξία ενός ανθρώπου δίχως ιδιότητες είναι κατεξοχήν πράξη διότι παρεκκλίνει από το αισθητικό ηθικό κριτήριο της εποχής του νέου κόσμου: την μαζικότητα… άρα ο μη πράττων είναι βλαξ και αυτή η ανεπίτρεπτη βλακεία επιφέρει την κρίση της εξόντωσής του για την οποία εξάλλου είναι ο ίδιος απόλυτα υπεύθυνος… σε έναν κόσμο ιδιοτήτων η αποφατική διακήρυξη ενός ανθρώπου ότι διαβιεί εκτός ιδιοτήτων συνιστά βίαιη κριτική που απευθύνεται – και εδώ είναι το κρίσιμο σημείο – ενάντια στο σύνολο των πραξεολογικών υποκειμένων (ακόμη κι αν τα υποκείμενα μπορούν και πράττουν μόνον ως Εμείς – ουδέποτε ως Εγώ)… άρα αυτή η απραγία είναι πιο θεμελιακή και επικίνδυνη κριτική που δεν περιορίζει την προοπτική της μόνον σε ένα κράτος αλλά αναγνωρίζει το κράτος ως το απρόσωπο Εμείς…  άρα βλαξ είναι ο άνθρωπος δίχως ιδιότητες που παραβαίνει θεμελιακές αρχές της νέας εποχής: αποστρέφεται την επιβίωσή του και κομπάζει περί της βλακείας του…

ΥΓ. φυσικά οι συνεκδοχές του κειμένου ανήκουν κατά κύριο λόγο σε εμένα: παρόλο που ο Musil πρόθυμα ενστερνίζεται τον προσδιορισμό του βλάκα αναγνωρίζοντας την βλακεία ως αδελφή ή συναδελφική σχεδόν κατάσταση του νου και της εφυΐας…

()

Posted: Ιουλίου 6, 2007 in αγρυπνία (Nachtgottestdienst / wake)

η έκφραση αποτυγχάνει: καταρρέει πριν αγγίξει το πράγμα… το πράγμα διαρκώς αποσύρεται ακόμη πιο πίσω: ακόμη πιο απομακρυσμενο από την αρπάγη της έκφρασης… ποιος έχει εγκαταστήσει αυτήν την άπειρη διαφορά μεταξύ της λέξης και του πράγματος; ασυμμετρία… παρατώ την επ’άπειρον προσ-έγγιση του πράγματος όταν πεθάνω – εκτός κι αν η πειθώς με καταλάβει ανυποψίαστο… η ευτυχία της μη υποψίας [άπειρη κρίση]: αυτό το παρανοϊκό άλμα είναι η (θεωρία) πράξη: από την πίστη ξανά σε πίστη… η (μη) φύση του (μη) αντικειμένου (όχι εγώ) – όχι του πράγματος… η έσχατη θεμελίωση: ισομορφία (δεν αρκεί) – ένας αναλογικός συσχετισμός (όπως… έτσι και…) δεν αρκεί πια… απομένει μόνον η κίνηση αυτή: αυτή η ανήσυχη ασυμμετρία (εγώ;)… οι μεταμορφώσεις του τί-ποτε…