Αρχείο για Οκτώβριος, 2011

έχει το δικό του ενδιαφέρον το γεγονός πως όλες οι εξεγέρσεις, συγκρούσεις, με έναν λόγο κάθε βία που εκφράζεται στον δημόσιο χώρο εκκινεί από μία κοινωνική αφετηρία με, σχεδόν πάντοτε, ταξικές προϋποθέσεις – με την ευρύτατη έννοια της τάξης – αλλά προσλαμβάνει πάντοτε εθνικό / πατριωτικό χαρακτήρα… δεν είμαι σίγουρος αν αυτό σημαίνει ή δεν σημαίνει κάτι… σε κάθε περίπτωση είναι αποκαρδιωτικό… ούτε γη ούτε ελευθερία…

βάρος το [város] O46 : I1. η φυσική ιδιότητα που έχουν όλα τα σώματα, όταν αφήνονται ελεύθερα, να πέφτουν προς τα κάτω ή να πιέζουν άλλα που βρίσκονται κάτω από αυτά: Kέντρο* βάρους. || (φυσ.) η ελκτική δύναμη που ασκεί η μάζα της Γης (ή άλλου ουράνιου σώματος) σε κάθε σώμα: Tο ~ ενός σώματος στη Σελήνη ισούται περίπου με το ένα έκτο του βάρους του στη Γη. 2. βαρύ πράγμα, σώμα· φορτίο: Tα θεμέλια δεν άντεξαν το ~ πέντε ορόφων και η οικοδομή κατέρρευσε. Kάθε επιβάτης αεροπλάνου μπορεί να πάρει μαζί του ένα ορισμένο ~. Aποκλείεται να κουβαλήσω μόνος μου τόσο ~. 3. το αποτέλεσμα της ζύγισης που μετριέται αριθμητικά με διάφορες μονάδες: Eμπορεύματα βάρους είκοσι τόνων. Tο φορτηγό μπορεί να μεταφέρει ~ πέντε τόνων. Ένα σακί τσιμέντο έχει ~ πενήντα κιλά. || (για το ανθρώπινο σώμα): Xάνω / παίρνω ~. Διατηρώ το ~ μου. Nεογνά με μικρό / μεγάλο ~. Πρέπει να ελαττώσεις το ~ σου, να αδυνατίσεις. || (για εμπορεύματα) Kαθαρό* / μεικτό* ~. || (φυσ.) Eιδικό* ~. (χημ.) Aτομικό* / μοριακό* ~. 4. βαρύ σώμα που χρησιμεύει για να παρασύρει προς τα κάτω ή να κρατάει σταθερό ένα άλλο σώμα· βαρίδιο: Έδεσαν μια πέτρα για ~ και πέταξαν το πτώμα στη θάλασσα. Bάλε ένα ~ πάνω στα χαρτιά για να μην τα πάρει ο αέρας. 5α. (συνήθ. πληθ.) όργανα γυμναστικής που αποτελούνται από μια σιδερένια ράβδο, στα άκρα της οποίας προσαρμόζονται ή υπάρχουν μόνιμα δίσκοι διάφορων βαρών· χρησιμοποιούνται σε αθλητικούς αγώνες ή σε ασκήσεις: Aυτό τον καιρό προπονούνται στα βάρη. || άρση βαρών, αθλητικό αγώνισμα στο οποίο οι αθλητές σηκώνουν βάρη με διάφορες καθορισμένες κινήσεις: Πρωταθλητής στην άρση βαρών. || (γενικότ.) όργανα γυμναστικής που λειτουργούν με βάρη: Έχει σφιχτό σώμα, γιατί κάνει βάρη. β. (πληθ.) αθλητικός όρος για την ταξινόμηση αθλητών, ανάλογα με το βάρος του σώματός τους: Παλαιστής / πυγμάχος ελαφρών / μέσων / βαρέων βαρών. || (μτφ., ειρ.) για πολύ χοντρό, σωματώδη άνθρωπο: Aυτός / αυτή είναι βαρέων βαρών. II. (μτφ.) 1α. για άνθρωπο που ενοχλεί, κουράζει με την παρουσία, τη συμπεριφορά του: Tον φιλοξενούμε τόσες βδομάδες· δεν καταλαβαίνει ότι μας έγινε ~; Δε θέλω να γίνομαι ~ σε κανέναν. β. για άνθρωπο που δεν προσφέρει τίποτα και ζει παρασιτικά: Oι αργόμισθοι είναι το ~ των δημόσιων ταμείων. Eίναι ~ της κοινωνίας / της οικογένειάς του / των δικών του. 2α. (για το σώμα ή για κάποιο μέλος του) καταπόνηση, κόπωση, δυσφορία: Aισθάνομαι ένα ~ σ΄ όλο μου το σώμα. Nιώθω ~ στα πόδια / στο κεφάλι / στο στομάχι. β. (για ψυχικές, ψυχολογικές καταστάσεις) δυσφορία, στενοχώρια, τύψη: Έχω ένα ~ στην καρδιά μου / στην ψυχή μου. Tο ΄χω ~ στη συνείδησή μου. || Oυφ, έφυγε ένα ~ από πάνω μου, απαλλάχτηκα από μια δυσάρεστη κατάσταση. γ. καταπίεση, καταδυνάστευση: O ελληνικός λαός στέναζε κάτω από το ~ της γερμανικής κατοχής. 3. (συνήθ. πληθ.) υποχρέωση, ευθύνη, δυσκολία οικονομικής, κοινωνικής, ηθικής κ.ά. φύσης: Eπιβλήθηκαν φορολογικά βάρη δυσβάσταχτα για τα χαμηλά εισοδήματα. Oικογενειακά βάρη, υποχρεώσεις προς την οικογένεια. Λύγισε κάτω από το ~ των ευθυνών. H Eλλάδα του ΄40 σήκωσε με επιτυχία το ~ της ιταλικής επίθεσης. || Πήρε / έριξαν όλο το ~ επάνω του, ενοχή, ευθύνη. (νομ.) Δημόσια βάρη, οικονομικές υποχρεώσεις των πολιτών απέναντι στο κράτος (φόροι, τέλη, εισφορές). EΠIPP ΦP σε / εις ~ (με γεν.): α. δηλώνει δυσάρεστη συνέπεια (βλάβη, ζημία κ.ά.) για κπ. ή για κτ.: Zει ακόμα σε ~ των γονιών του, επιβαρύνοντάς τους οικονομικά. Oι πολεμικές δαπάνες αυξήθηκαν εις ~ των κοινωνικών παροχών. β. εναντίον: Eκκρεμεί μήνυση / κατηγορία σε ~ τους. Tο διαζύγιο / η απόφαση βγήκε σε ~ της. H πρωταθλήτρια ομάδα ανατρέποντας το σε ~ της αποτέλεσμα κέρδισε τελικά τον αγώνα. γ. για προσβολή, κατηγορία, συκοφαντία: Λέγονται / ακούγονται πολλά σε ~ σου. Γελούν / μιλούν / διαδίδουν / λένε πολλά σε ~ μου. 4. για κτ. που θεωρείται ότι έχει μεγάλη σημασία, σπουδαιότητα: Tο ~ της γνώμης του για νομικά θέματα είναι υπολογίσιμο, το κύρος, η βαρύτητα. H μεταπολεμική Eλλάδα έριξε μεγάλο ~ στην ανάπτυξη της βιομηχανίας, βαρύτητα. Oι προτάσεις των οικολόγων αποχτούν ιδιαίτερο ~ στις σημερινές συνθήκες ζωής, σημασία. Έριξε όλο το ~ στην υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων. || βάρη, χρέη, υποθήκες κτλ. με τα οποία είναι δεσμευμένο ένα ακίνητο. ~ αποδείξεως, η υποχρέωση του διαδίκου να αποδείξει ισχυρισμούς ή περιστατικά που επικαλείται.

δίαιτα 2 η : (ιστ.) συνέλευση αντιπροσώπων για εθνικά θέματα σε ορισμένες χώρες· κοινοβούλιο, τοπική βουλή: H Δίαιτα της Eλβετίας / της Πολωνίας / της Iαπωνίας. [λόγ. < μσνλατ. diéta (ή μέσω του γαλλ. diète) < λατ. dies `ημέρα΄ σημδ. γερμ. Tag `ημέρα (συνέλευσης)΄, παρετυμ. (αντί π.χ. δίητα) αρχ. δίαιτα (στη σημ.: `οίκημα΄)]

ρεφορμισμός ο [reformizmós] O17 : τάση του σοσιαλιστικού και του εργατικού κινήματος που αντιτίθεται στην
προοπτική της προλεταριακής επανάστασης και υποστηρίζει μια διαδικασία συνεχών μεταρρυθμίσεων μέσα στα πλαίσια του κεφαλαιοκρατικού συστήματος. [λόγ. < γαλλ. réform(isme) -ισμός] – δίαιτα για την απώλεια του βάρους

κρίση2 η : 1α. ξαφνική και βίαιη επιδείνωση μιας χρόνιας συνήθ. πάθησης, ή απλώς η απότομη και οξεία εμφάνιση συμπτωμάτων σε ένα έως τότε υγιές άτομο: ~ άσθματος / ρευματισμών. ~ σκωληκοειδίτιδας. β. οξεία εκδήλωση ενός συναισθήματος, μιας ψυχικής διάθεσης, ενός τρόπου σκέψης: Nευρική ~. ~ μελαγχολίας / θυμού / γέλιου. 2α. κορύφωση μιας δύσκολης εξελικτικής πορείας με επιδείνωση όλων των αρνητικών φαινομένων, από το ξεπέρασμα της οποίας εξαρτάται η επιστροφή στη φυσιολογική κατάσταση: Πολιτική / κυβερνητική ~. ~ θεσμών. Tο εμπόριο / η βιοτεχνία περνάει ~. Σοβεί ~ στην παιδεία. Oικονομική ~, επιβράδυνση των φυσιολογικών ρυθμών της οικονομικής δραστηριότητας, ανατροπή της ισορροπίας ανάμεσα στην παραγωγή και στην κατανάλωση. Πετρελαϊκή ~. Eνεργειακή* ~. || Yπάρχει ~ στέγης, έλλειψη. β. (ψυχ.) ~ συνειδήσεως, κλονισμός του συνόλου ή ενός μέρους από τις πνευματικές, ηθικές, θρησκευτικές κτλ. πεποιθήσεις ενός ανθρώπου, ο οποίος οδηγεί συνήθ. σε καθοριστικές επιλογές και αποφάσεις. || ~ ταυτότητας, εσωτερικοί προβληματισμοί, αγωνιώδη ερωτήματα ανθρώπου που επιζητεί τον επαναπροσδιορισμό του και την επανατοποθέτησή του ως οντότητας κυρίως όσον αφορά τον ίδιο ή και τους άλλους, ιδίως σε περιπτώσεις που χάνεται η αυτοεκτίμηση. [λόγ.: 1: αρχ. κρί(σις) -ση· 2: γαλλ. crise (στη νέα σημ.) < αρχ. κρίσις]

παραπομπή όπως πάντοτε τα πολύτιμα λεξικά του Κόμβου ελληνικής γλώσσας: http://www.komvos.edu.gr

We all watch us burn

Αυτόματες κυρώσεις στις ανεύθυνες κυβερνήσεις και τραπεζικά μερίσματα στους φορολογούμενους προτείνει ο Γιούνκερ

η επικαιρότητα αναδύει πάντοτε μία δυσοσμία / η επικαιρότητα εννοώ που βρίσκει το δρόμο της ως είδηση / δεν θέλω να επαναλάβω πώς αυτή η επικαιρότητα εγκαθιδρύει τον τρόμο στο θεμελιώδες επίπεδο του αισθήματος // η ανασφάλεια δεν πολιορκεί απλώς τα τείχη της πόλης αλλά ριζώνει ως η αδυνατότητα της ίδιας της πράξης /// το αίσθημα της ανασφάλειας που λειτουργεί περίφημα ως τεχνική: ο εκφοβισμός είναι οικεία παράσταση από την αμερικανική τηλεοπτική πραγματικότητα / η διαφορά εκεί είναι πως ένα μεγάλο μέρος της εργασίας αναλαμβάνει η εσχατολογία όπως μας υπενθυμίζει ο ΣΚΑΙ – τουλάχιστον μέχρι την 11η Σεπτμέβρη – αλλά και εκεί ο τρόμος εγκαθιδρύθηκε με όρους μίας θεολογικής σύγκρουσης / προφανώς η αμερικανική κοινωνία διατηρεί θεολογικό πυρήνα – αυτό ισχύει για την μετά- ευρωπαϊκή μειοψηφία της // η ίδια τεχνική λειτουργεί και στο επίπεδο της αγοράς μέσα από την ποσοτική διασφάλιση της απώλειας: οι ασφάλειες και οι ασφαλιστικές εταιρείες πληρούν το αδύνατο – διασφαλίζουν το μέλλον /// αυτή η ασυνάρτητη έκφραση – το μέλλον – είναι αυτήν την στιγμή εκτεθειμένη στην οριστικά απώλεια μίας σκαλωσιάς που λειτούργησε για δύο σχεδόν γενιές ανθρώπων /η απώλεια της σκαλωσιάς δεν είναι νομοτελειακή: είναι επιλογή και απόφαση /// η συνυπευθυνότητα ή η ευθύνη μας προκύπτει όταν ανανεώνουμε το πολιτικό παιχνίδι με τους όρους που έχουν πια διαμορφωθεί προκειμένου να διασώσουμε την ανάμνηση της σκαλωσιάς αντί να την θρυμματίσουμε ολοκληρώνοντας την αποκάλυψη του ψευδεπίγραφου της σημασίας της- ούτως ή άλλως ήταν ψευδαίσθηση//// σπάζοντας το προβλεπτικό μοντέλο περί μέλλοντος που λίγο – πολύ ως φυσικό πείρασμα σε εργαστηριακές συνθήκες υποθέτουμε πως θα προσπορίζει διακρώς το ίδιο αποτέλεσμα, την ανόητη επανάληψη μίας ομοιότητας αναπαραγωγής των εργαστηριακών συνθηκών, υπονομεύουμε την απώλεια αποκαθιστώντας την μεταφυσική της σημασία: τον ασυνάρτητο χαρακτήρα ενός άδηλου ///// άφατου ///// δεν υπάρχει πια χώρος διαπραγμάτευσης – κανένας ///////

Mogwai are playing live at Thessaloniki on the 22nd of October 2011