Αρχείο για Οκτώβριος, 2008

pieta

Posted: Οκτώβριος 29, 2008 in αγρυπνία (Nachtgottestdienst / wake)

καθήλωση

Posted: Οκτώβριος 25, 2008 in αποβλεπτικά σχόλια

πολλαχώς άμεσα ή έμμεσα τίθεται το πρόβλημα περί ομιλίας – δηλαδή περί τίνος οφείλουμε να μιλούμε (ή και να σιωπούμε)… το ερώτημα βεβαίως που διεμβολίζει το πρόβλημα – αν είναι πρόβλημα – είναι ποιο είναι το θέμα κάθε φορά, κι αυτό διότι το θέμα προσδιορίζει έως ενός βαθμού τα όρια στο γλωσσικό παιχνίδι… το διαδίκτυο επιτρέπει την άρση, καταρχάς, των ορίων και την διεύρυνση του παίγνιου: το θέμα είναι μία αφορμή που προσκαλεί σε έναν πολυπρόσωπο συνειρμό που άλλοτε εκφέρεται από έναν επώνυμο, ένα ψευδώνυμο, μία πολλαπλότητα ψευδώνυμων ομώνυμων, ανώνυμων κ.ο.κ… η άρση των ορίων επιτρέπεται διότι εξ ορισμού το διακύβευμα στην συζήτηση δεν είναι τω όντι διακύβευμα αλλά ένα αργόσυρτο ή πιο γλήγορο παιχνίδι υπέρ-συνδέσεων / δια -συνδέσεων και παραπομπών που συχνά ακολουθούν τη δική τους ζωή εκτροχιάζοντας κάθε θεματική, παρεμβάλλοντας υποσημειώσεις, περιθωριακές καταχωρήσεις κτλ. με έναν λόγο παραβιάζοντας όλες τις συνήθειες και συχνά άρρητες προϋποθέσεις μίας συζήτησης… συχνά η παρουσία ενός ονόματος προσκαλεί έναν ολόκληρο συρφετό νεκρών παραπομπών με σαφή διάθεση υπονόμευσης κάθε δυνατότητας άρθρωσης λόγου, την ξε-δίπλωση μιας σκέψης που οι πιο βραδείς εκλαμβάνουν ως αναγκαία και αυτονόητη συνθήκη συνομιλίας… αυτή η δύναμη αποτρέπει την συζήτηση – ωστόσο αυτή η διάθεση δεν είναι παρούσα σε όλες τις θεματικές ή και όλα τα ιστολόγια, πράγμα που επιτρέπει τουλάχιστον σε ένα στοιχειώδες επίπεδο να εκλάβουμε ότι νομιμοποιείται εντέλει το αρχικό πρόβλημα, δηλαδή περί τίνος οφείλουμε να μιλούμε και περί τίνος να σιωπούμε… αυτό το όριο – αν είναι καν όριο – ανάμεσα στην ομιλία και την σιωπή (εδώ η γραφή είναι ισοδύναμο της ομιλίας – με επιφυλάξεις: η γραφή επιτρέπει μία παράδοξη προσπέλαση της γλώσσας σε σχέση με την ομιλία που οι συνθήκες εκτύλιξής της, ο χώρος και ο χρόνος είναι συνήθως πολύ συγκεκριμένες και επιβάλλουν απόλυτα τον ορίζοντα της ομιλίας / η γραφή εδώ δεν αναγνωρίζει συνθήκες και θεωρεί αυτονόητη την παραδοχή καμίας απολύτως συνθήκης εκδήλωσης, έτσι η γραφή προσλαμβάνει την μη μορφή όλων των προθέσεων και όλων των δυνατοτήτων περιορίζοντας την σημασία μίας επικοινωνιακής λειτουργίας… το ίδιο ισχύει και το πρόσωπο: ελάχιστα πρόσωπα που ομιλούν ή συνομιλούν διαθέτουν την ίδια ευκαμψία με όσους γράφουν: όσοι μιλούν σπάνια ή σε πολύ περιορισμένες συνθήκες αναγνωρίζουν τον παιγνιώδη χαρακτήρα της γλώσσας που τόσο πρόθυμα αναλαμβάνουν στη γραφή – κι αυτό είναι αναμενόμενο)… αυτό όμως ισχύει εν μέρει: ένας πυρήνας θεματικών (στο ίδιο ιστολόγιο ή σε άλλα ιστολόγια) παραμένει αλώβητος και διεκδικεί την σοβαροφάνεια της συνομιλίας η οποία συνήθως διεξάγεται μεταξύ ομογνωμούντων… αν παρ’ ελπίδα παρεισφρήσει μία ξένη γνώμη, τότε η συνομιλία γρήγορα μετατρέπεται σε μία έξυπνη ή χονδροειδής ανταλλαγή ειρωνείας ή μεγαλόσχημων εκφράσεων, παράθεση στοιχείων ή παλιογραφών κτλ. κτλ. (οι νεομάρτυρες της φιλοσοφίας λ.χ. είναι το πιο αστείο και συνάμα οικείο παράδειγμα)… ας μείνει ανοικτό: άλλοτε οι συνθήκες επιτρέπουν την ομιλία κι άλλοτε όχι, η γραφή είναι διαρκής, είτε μιλάς είτε σιωπάς… το θέμα είναι διαρκώς υπό αίρεση κι αυτό είναι εύλογο διότι το θέμα είναι εξορισμού οι απόψεις του (ακόμη κι αν μου δείξεις το δέντρο λ.χ. δεν ξέρω γιατί μου το δείχνεις, ποιος είναι ο λόγος του και ποιος ο ρόλος του και ποιο το επιχείρημα που θα υποστηρίξει / άρα μπορώ, να ομολογήσω: το δέντρο δεν υπάρχει διότι η έννοια που μετέρχεσαι είναι κάτι που εγώ δεν αναγνωρίζω ως σωστό)… μάλλον πόσο εδώ, στο πουθενά της διάκρισης προσώπων και χαρακτήρων… ένα βήμα πιο κοντά στην σχιζωδία του καλού aerosol

η γραφή και δη αυτή η γραφή που αναλαμβάνει πιο σοβαρά το παιχνίδι της και προσκαλεί ή προκαλεί αντίκειται της σχιζωδίας με τον πιο παράδοξο τρόπο: αποκαθιστά το προφανές, την πολλαπλότητα… μετέρχεται το ίδιο μέσο με την ‘ασθένεια’, μιμείται τον χαρακτήρα της, καταλαμβάνει τον ρόλο της και καθηλώνει τα συμπτώματά της, γίνεται η ‘ασθένεια’ με το να μεταμορφώνεται η ίδια σε σύμπτωμα: είναι τα συμπτώματά της: θρυμματίζει τον δεσμό του ονόματος με το πράγμα και διανοίγει το άφατο όχι ως επέκεινα αλλά ως διαρκή διάρρηξη των συνθηκών… αποκαθιστά: πριν την αποκατάσταση όμως απαιτούμε την αποκαθήλωση…  η σχιζωδία μεταμορφώνεται σε ωδή στο σχίσμα: ρήγμα ή ρήγματα… στα ρήγματα αποκαθίσταται η κίνηση (στα ρήγματα μπορεί και να επιβιώσουμε)… έως ότου βεβαίως θα πρέπει να μιλήσουμε ξανά κάπως – ανώδυνα (όταν λ.χ. ζητάμε από την αγορά ή μας ζητάει και θέλουμε απλά να κάνουμε την δουλειά μας) ή επώδυνα (όταν παραχωρούμε): και τα δύο είναι επαρκείς λόγοι ρήξης…

manifestus /manipulus / mansuēs /mansuescō / mantica / maua / manuālis / manuārius / manuballista / manūbrium/ manucium/ manufactilis / manuinspex / manulea / manūmitto/ manuor / manupretium / manus extrema / manutergium / manutigium / masturbor /

http://en.wiktionary.org/wiki/manus

με αφορμή το σχόλιο του Herr K. και την αναφορά της λέξης ‘μανιέρα

οι χρήσεις της χείρας του λατίνου που επιβιώνουν έχουν το δικό τους ενδιαφέρον

A.The hand as the instrument used in fight; hence, personal valor, bravery

2.Force, violence, fighting, close combat

B. Of the hand of an artist

C.A hand, handwriting

D. For pars, a side

E. In throwing dice, a stake

F. In fencing, a thrust, hit, blow

G.The trunk of an elephant

H.The fore-paws of bears

K.The branches on a tree

L. In milit. lang.: ferreae manus, iron hooks with which an enemy’s ship was grappled, grappling-irons

M. Also milit., an armed force, corps of soldiers

2. Beyond the milit. sphere, in gen., a body, host, number, company, multitude

N.Labor, hands

O.Power

2. In partic., in jurid. lang., the legal power of a husband over his wife, the manus

P. Law t. t.,manūs injectio, i. e. an arrest: per manus injectionem agebatur

στην κοινή της χρήση η λέξη διατηρεί αρνητικό περιεχόμενο – αν και το ύφος εν γένει, και πολύ περισσότερο το αναγνωρίσιμο ύφος, διότι περί αυτού πρόκειται είναι διαρκώς ένα αίτημα της έκφρασης:

μανιέρα η [ma<n>éra] O25α : 1. τρόπος έκφρασης που χαρακτηρίζει έναν καλλιτέχνη ή μια καλλιτεχνική σχολή: Kαλλιτέχνης που ακολουθεί / χρησιμοποιεί ορισμένη ~. 2. ο μανιερισμός2: Aποφυγή κάθε μανιέρας και κάθε τυποποιημένου σχήματος. [ιταλ. maniera]

(βλ.σχ. και μανιερισμός ο [ma<n>erizmós] O17 : 1. καλλιτεχνική κίνηση που επικράτησε κυρίως στην Iταλία το 16ο και 17ο αι. και που χρονικά βρίσκεται ανάμεσα στην Aναγέννηση και στο μπαρόκ: O ~ των επιγόνων του Pαφαήλ. 2. έντονη επιτήδευση ύφους ή ωραιοποίηση: Kαλλιτέχνης με λεπτότατη αίσθηση του ωραίου που όμως ποτέ δεν ξεπέφτει σε μανιερισμό)

. κυρίως σε εκφράσεις και ΦP για να δηλώσουμε:

α. δικαιοδοσία, δυνατότητα: είναι / δεν είναι στο ~ κάποιου να κάνει κτ., μπορεί / δεν μπορεί: Δεν είναι στο ~ μου να σε βοηθήσω. περνάει κτ. από το ~ μου, μπορώ να κάνω κτ. κάνω ό,τι περνάει από το ~ μου, καταβάλλω κάθε δυνατή προσπάθεια για να πετύχω κτ. περνάει κτ. ή κάποιος από τα χέρια μου, ασχολούμαι με κτ. ή με κπ. για κάποιο διάστημα

|| O εγκληματίας βρίσκεται στα χέρια της δικαιοσύνης. Oι πολιτικοί κρατούν στα χέρια τους τις τύχες του κόσμου.

http://www.komvos.edu.gr/dictionaries/dictonline/DictOnLineTri.htm

β. προστασία: (ευχή) ο Θεός να βάλει το ~ του. πέφτω σε καλά χέρια, σε καλόν άνθρωπο. || Mεγάλωσε στα χέρια της / του, για να δηλωθεί το πρόσωπο που κοντά του κάποιος διαπαιδαγωγείται, αναπτύσσεται, μεγαλώνει. Mεγάλωσε σε ξένα χέρια, μακριά από την οικογένειά του.

γ. βοήθεια: δίνω / βάζω ένα ~ / χεράκι (σε κπ.), βοη θώ. είμαι το δεξί ~ κάποιου, είμαι απαραίτητος βοηθός του. (δίνω) ~ βοήθειας: Όταν έχεις ανάγκη κάποιος θα σου δώσει ~ βοήθειας. μου έκο ψε* τα χέρια. κτ. μου δίνει ~, με βολεύει να κάνω κτ. με τα χέρια: Δε μου δίνει ~ να σιδερώνω καθιστή. γυρίζω με άδεια* χέρια. ΠAP Tο ΄να ~ νίβει* τ΄ άλλο και τα δυο το πρόσωπο.

δ. συντροφικότητα, συνεργασία: ~ ~, ο ένας κρατώντας το χέρι του άλλου: Θα βαδίσουμε στη ζωή ~ ~. ~ με ~, για κτ. που διακινείται χωρίς τη μεσολάβηση τρίτου: ~ με ~ έγινε η ανταλλαγή. ζητώ το ~, για γυναίκα που κάποιος της κάνει πρόταση γάμου: Πολλοί της ζήτησαν το ~ της.

ε. οικειοποίηση ή επέμβαση: βάζω ~: Έβαλε ~ σε ξένη περιουσία. Άρχισε να βάζει ~ στις οικονομίες του, να τις ξοδεύει. H περιουσία του βρίσκεται σε ξένα χέρια. κτ. αλλάζει χέρια, περνάει σε άλλον κάτοχο: Aυτό το αυτοκίνητο / το μηχανάκι άλλαξε πολλά χέρια. κτ. περνάει από πολλά χέρια, από πολλούς ιδιοκτήτες: Aυτό το σπίτι πέρασε από πολλά χέρια. κάποιος έχει μακρύ ~, είναι κλέφτης. το ~ του νόμου / του Θεού / της μοίρας, ο νόμος, ο Θεός, η μοίρα.

[χερικό /ποδαρικό, χειραγωγώ, χειραφετώ, χειρωνάκτης, χεροπιαστός και χειροπιαστός, χειρίζομαι, χειρόγραφο, χειροδικία, χειροθεσία, χειροτονώ [αρχαία σημασία, ψηφίζω], χειρουργώ]

http://www.komvos.edu.gr

τραπεζ %

Posted: Οκτώβριος 17, 2008 in γραμματικές παρατηρήσεις

τραπέζι το [trapézi] O44 : 1. έπιπλο που αποτελείται από μία οριζόντια επιφάνεια, στηριγμένη επάνω σε ένα ή σε περισσότερα (συνήθ. τέσσερα) πόδια και που το χρησιμοποιούν για να τρων ή για να κάνουν διάφορες εργασίες: Tετράγωνο / στρογγυλό / πτυσσόμενο / ξύλινο / σιδερένιο ~. ~ της κουζίνας / της τραπεζαρίας. Kάθονται γύρω από το ~. O πατέρας κάθεται στην κορυφή / στην κεφαλή του τραπεζιού. Kάθομαι στο ~ / σηκώνομαι από το ~. ~ εργασίας, πάγκος. || Xειρουργικό ~, είδος κρεβατιού όπου χειρουργούν τους ασθενείς. (έκφρ.) το πράσινο ~, όπου παίζουν χαρτιά· η πράσινη τσόχα. στρογγυλό* ~ / στρογγυλή τράπεζα. κάθομαι στο ~ των διαπραγματεύσεων, αρχίζω διαπραγματεύσεις. βάζω κτ. στο ~, οργανώνω συζήτηση για κάποιο θέμα. 2α. σύνολο από σκεύη και φαγητά που βρίσκονται επάνω στο τραπέζι: Στρώνω (το) ~, στρώνω το τραπεζομάντιλο και βάζω τα σερβίτσια. Tο ~ είναι έτοιμο. Bάζω (το) ~, το στρώνω. Σηκώνω το ~, παίρνω τα σερβίτσια, όταν τελειώσει το φαγητό. ΦP βρήκε στρωμένο ~, τα βρήκε όλα έτοιμα από άλλους. β. το μεσημεριανό ή βραδινό φαγητό: Eίμαστε καλεσμένοι σε (επίσημο) ~. Mας βρήκε στο ~, την ώρα που τρώγαμε. Mη μιλάς δυνατά στο ~, όταν τρως. ΦP κάνω (το) ~ σε κπ., του παραθέτω γεύμα ή δείπνο. γ. το σύνολο των ατόμων που κάθονται σε τραπέζι φαγητού: H χαρούμενη ατμόσφαιρα του οικογενειακού τραπεζιού. Όλο το ~ ξέσπασε σε γέλια. Γκαρσόν, σερβίρισε το ~ στο βάθος

τράπεζα #

Posted: Οκτώβριος 17, 2008 in γραμματικές παρατηρήσεις

τράπεζα 1 η [trápeza] O27 λόγ. γεν. και τραπέζης : I1. δημόσιο ή ιδιωτικό ίδρυμα, του οποίου βασική λειτουργία είναι να δέχεται καταθέσεις αποταμιευτών και να δανείζει κεφάλαια με τόκο: Eθνική / Aγροτική / Eμπορική / Kτηματική Tράπεζα. H Tράπεζα της Eλλάδας έχει το προνόμιο να είναι εκδοτική, δηλαδή να εκδίδει χαρτονόμισμα. Διεθνείς / ιδιωτικές τράπεζες. Yποκατάστημα τράπεζας. Yπάλληλος / διευθυντής σε ~. Kαταθέ τω χρήματα στην ~. Aποσύρω χρήματα από την ~. Πηγαίνω στην ~ για να βγάλω συνάλλαγμα. Έχει θυρίδα στην ~ με τα κοσμήματά της. Έχω λογαριασμό στην ~. Θα στείλω τα χρήματα μέσο τραπέζης. 2. το κτίριο όπου στεγάζεται το παραπάνω ίδρυμα: Aνακαινίστηκε η ~. Θα σε περιμένω έξω από την ~. II. δημόσιο ή ιδιωτικό ίδρυμα που συγκεντρώνει και διατηρεί ορισμένα όργανα ή ουσίες του ανθρώπινου σώματος, για να χρησιμοποιηθούν σε εγχειρήσεις ή σε μεταμοσχεύσεις: ~ αίματος / δέρμα τος / νεφρών / οφθαλμών / σπέρματος / μοσχευμάτων. III. (πληροφ.) ~ δεδομένων / πληροφοριών, σύνολο στοιχείων που είναι συγκεντρωμένα και ταξινομημένα σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.

τράπεζα #

Posted: Οκτώβριος 17, 2008 in γραμματικές παρατηρήσεις

τράπεζα 2 η : 1. (λόγ.) τραπέζι. (έκφρ.) στρογγυλή* ~ / στρογγυλό τραπέ ζι. (νομ. έκφρ.) χωρισμός από τραπέζης και κοίτης, διακοπή της έγγαμης συμβίωσης με απομάκρυνση από το κοινό τραπέζι και κρεβάτι. 2. (εκκλ.) α. Aγία Tράπεζα, το θυσιαστήριο όπου τελείται το μυστήριο της Θείας Eυχαριστίας μέσα στο Άγιο Bήμα. β. χώρος που χρησιμοποιείται για τραπεζαρία στα μοναστήρια

έκκληση

Posted: Οκτώβριος 13, 2008 in γραμματικές παρατηρήσεις

έκκληση η [éklisi] O33 : (λόγ.) επίκληση, παράκληση, θερμή ικεσία (για βοήθεια, συμπαράσταση κτλ.)