Archive for the ‘ad absurdum / absurdum’ Category

πώς θρέφεται ένα Mogwai μετά τα μεσάνυχτα;

ο πιο απλός τρόπος να μεταμορφώσεις ένα χνουδωτό αρκουδάκι σε τέρας ή να θρέψεις το ίδιο το τέρας ώστε να αποκτήσει γιγαντιαίες διαστάσεις είναι η απαγόρευση… απαγορεύοντας προσφέρεις καλές υπηρεσίες εφόσον επιτρέπεις στο τέρας να προσλάβει μια σχεδόν αγαθή προβιά (του θύματος) / αφότου βεβαίως το έχεις εκνευρίσει ή θυμώσει…

ΥΓ. η Γαλλία (αντίθετα από την Ολλανδία), διαβάζω, ανατρέχει στην ελευθερία του συναθροίζεσθαι, ώστε να επιτρέψει τη βλακώδη και ηλίθια συγκέντρωση για την προπαγάνδα της προεκλογικής εκστρατείας (κρατιέμαι από τα γέλια) ενός δικτάτορα… δεν είμαστε εδώ όμως για να κρίνουμε ποιος είναι βλάκας (προφανώς και έχουμε ήδη αποφασίσει)… ή επικίνδυνος: προφανώς είναι… ούτε είμαστε εδώ για να εκθειάσουμε και να υπενθυμίσουμε την αξία του δημοψηφίσματος ως κορυφαίας στιγμής της συμμετοχής στη δημοκρατία… θυμάστε, δεν θυμάστε; Ναι, ίσως, όχι, ναι αλλά όχι ή όχι αλλά ναι…  το θέμα ήταν: Τι είναι (ήταν) η Ευρώπη; και η απάντηση σαφής: Ένας ορίζοντας που έχασε – αν είχε ποτέ – το νόημά της (δεν χρειάστηκε ούτε δυο γενιές για αυτό)…

ο κύριος Χ είπε: ‘στα πλέον ανεκτικά περιβάλλοντα ανθήσανε οι πλέον φοβισμένοι άνθρωποι και η ελευθερία χάθηκε με τη συγκατάθεσή τους’… ‘αλλά, προφανώς’ συμπλήρωσε ‘στα πλέον ανελεύθερα περιβάλλοντα ανθούν οι ελεύθεροι άνθρωποι’… ‘μόνο όταν δεν τους προλαβαίνουν οι σφαίρες’ έσπευσε να διορθώσει ο κύριος Ε… ‘η συγκατάθεση είναι η πιο τρανή απόδειξη της ελευθερίας’ είπε ο κύριος Γ: ‘συγκατατίθεμαι στην εκχώρηση της ελευθερίας μου’… ‘αμελείτε την ελευθερία στις επιλογές’ μουρμούρισε ο κύριος Κ, ‘αρκούν αυτές’ γέλασε χαιρέκακα ο κύριος Ε, ‘φτάνει να μπορείς να τις πληρώσεις’ συμπλήρωσε εσπευσμένα… ‘ναι, και τώρα είναι η στιγμή ίσως να ρωτήσουμε: Πώς εννοείς εσύ δηλαδή την ελευθερία;’ μίλησε ο κύριος Λ και όλοι σώπασαν… ο κύριος Λ θέλει πάντοτε να έχει τον τελευταίο Λόγο – αλλά μπορεί;

charliehebdo

ο κύριος Ύψιλον, η αλήθεια είναι ότι είναι λίγο τεμπέλης – αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν εργάζεται (απλά δεν έχει διάθεση κάθε μέρα) / από αυτήν την άποψη ο κύριος Ύψιλον είναι τυχερός διότι εργάζεται ως δημόσιος υπάλληλος / φυσικά ο κύριος Ύψιλον χρειάζεται μερικές φορές να προσποιηθεί ότι ενδιαφέρεται για την εργασία του / ότι συμμερίζεται τη δυσκολία / ότι συμπάσχει (;) / μερικές φορές η αλήθεια είναι ότι τον διαλύει η εργασία του / αλλά συχνά μπορεί απλά να προσποιείται / αλλά είναι τυχερός: δεν χρειάζεται να λέει ψέματα (ούτε καν στον εαυτό του – όχι πάντα τουλάχιστον) / αυτή είναι η παράδοξη θέση στην οποία βρέθηκε ο κύριος Ύψιλον: δεν χρειάζεται να λέει ψέματα / ο κύριος Ωμέγα αντίθετα εργάζεται στον ιδιωτικό χώρο / και η αλήθεια είναι ότι είναι πιο άτυχος από τον κύριο Ύψιλον διότι συχνά πρέπει να λέει ότι του αρέσει η εργασία του – βεβαίως συχνά του αρέσει / συχνά ο κύριος Ωμέγα εφευρίσκει προβλήματα / άρα ανάγκες / ανάμεσα στα προβλήματα και τις ανάγκες παρεισφρέει ο κύριος Ωμέγα και εξασφαλίζει χρήματα / συχνά βεβαίως ο κύριος Ωμέγα χρειάζεται να λέει ψέματα / να μεγαλοποιεί / να παραπλανά / έτσι: να επιλύει / φυσικά με το αντίστοιχο αντίτιμο / αλλά κάπως δεν πρέπει να ζήσει ο κύριος Ωμέγα; / θα ήθελε να είναι τεμπέλης σαν τον κύριο Ύψιλον (λίγο: είπα λίγο) / έστω / θα ήθελε να είναι λίγο τεμπέλης σαν τον κύριο Ύψιλον / αλλά δεν θα ήταν σωστό / δεν θα ένιωθε ότι είναι σωστό

είπε ο κύριος Γκονσάλες ότι »ο Ντίλαν είναι λίγο σαν τον Βιτγκενστάιν ο οποίος λέει πάντα τα ίδια πράγματα. Ετσι κι αυτός λέει πάντα το ίδιο τραγούδι αλλά ο καθένας ακούει κάτι διαφορετικό» / και πρόσθεσε: »το βρίσκω εξαιρετικό» / και είναι / όμως πολύ φοβάμαι ότι ο κύριος Ντίλαν ή ο κύριος Βιτγκενστάιν λέει πάντα το ίδιο γιατί βλέπουμε γραμμένο ή ακούμε ηχογραφημένο πάντα το ίδιο / είμαι σίγουρος ότι ο κύριος Ντίλαν κάθε φορά σκέφτεται κι αυτός κάτι διαφορετικό ή νιώθει κάτι διαφορετικό / είμαι επίσης σίγουρος ότι ο κ. Βιτγκενστάιν σκεφτόταν πάντοτε κάτι διαφορετικό ή ένιωθε κάτι διαφορετικό κάθε φορά που έλεγε το ίδιο / είπε ο κύριος Χ, ρύθμισε το ρολόι του να δείχνει 11:38 και αποφάσισε να αποχωρήσει από την ομήγυρη με το βλέμμα του να σουλατσάρει / ο κύριος Χ ξέρει ότι οι γραμμές μένουν ακίνητες ή διοχετεύουν πάντοτε τον ίδιο ήχο εκτός κι αν μπορείς να τις κάνεις να κινηθούν / είπε ο κύριος Χ και με χαιρέτησε / πριν φύγει είπε: πρέπει να μάθεις να ξεκολλάς τις σκιές από τις λέξεις και τους ήχους / κι έφυγε: το ρολόι έδειξε 12:08 /

(Το απόσπασμα από τον Ταβάρες είναι από Εδώ)

η εξέλιξη φαίνεται πως εμπερικλείει μια αρχή προοδευτικής πολυπλοκότητας / θα μπορούσαμε να θεμελιώσουμε την πολυπλοκότητα σε μια εξελικτική διαδικασία ως αφενός εξειδίκευση αφετέρου αλληλεπίδραση – όλα μέσα σε έναν ορισμένο χρονικό ορίζοντα, ένα κριτικό όριο πέρα από το οποίο τα πράγματα καταρρέουν εσωτερικά ή εξωτερικά (παραμορφώνονται και πεθαίνουν) ή πριν από τον οποίο δεν εξελίσσονται πολύπλοκα συστήματα ή ‘συστήματα’ / με αυτή τη λογική θα μπορούσαμε – ισομορφικά – δίπλα στον κοινωνικό δαρβινισμό να προτάξουμε κι έναν εξελικτικό δαρβινισμό με κυρίαρχη έννοια την πολυπλοκότητα προκειμένου να θεμελιώσουμε για ποιον λόγο τα συμβολικά ή φαντασιακά μας συστήματα πρέπει να είναι (ή να μοιάζουν) πολύπλοκα ή για ποιον λόγο θα πρέπει να υποταχθούμε στο αξιακό σύστημα της αγοράς / το ερώτημα που θα πρέπει απλά να σκεφτούμε είναι αν έχουμε ήδη υπερβεί το κριτικό εκείνο όριο και έχουμε παραμορφωθεί ή απλά καταρρεύσει / η εξειδίκευση και η πολυπλοκότητα μοιάζουν όλο και περισσότερο με ένα ένδυμα που συσκοτίζει την κατανόηση / αν δεν κατανοούμε όλα μοιάζουν μαγικά (κάτω από αυτά τα ρούχα υπάρχουν σκελετοί, δομές, εγκαταστάσεις, με έναν λόγο: άνθρωποι)

εναλλακτικά: θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί στις αναλογίες που χρησιμοποιούμε

ας πούμε ότι η Αμερική γοητεύεται από τους αγελαδάρηδες / τώρα που το σκέφτομαι: κι εμείς από τους τσοπάνηδες / γίδια ή αγελάδες; / όλοι ανεξαιρέτως πρόβατα – ακόμη και οι μη χριστιανοί / διότι ως γνωστόν οι χριστιανοί γοητεύονται από τους βοσκούς – ούτε τσοπάνηδες ούτε αγελαδάρηδες / πες το όμορφα: ποιμένες ή μήπως (εξειδικευμένοι) διαχειριστές αγροκτήματος; / λοιπόν: πρόβατα, αγελάδες ή γίδια;

αυτό είναι (;) το ερώτημα

ΥΓ. η άλλη σκέψη ήταν ένα παιχνίδι λέξεων με φαλλοκρατικά σύμβολα

προσοχή: η λέξη ‘Αμερική’ όπως και η λέξη ‘εμείς’ ή ‘χριστιανοί’ ή ‘μη χριστιανοί’ είναι απλώς αφαίρεση ή αλλιώς, πώς μια φανταστική οντολογία (μεταφορολογία) παράγει μια πραγματικότητα (αν ήμουν ο Μπόρχες θα έπρεπε να ξαναγράψω την εγκυκλοπαίδεια των φανταστικών όντων)

ευτυχώς κάποιοι αποφασίζουν / σπουδαίο πράγμα η απόφαση / η απόφαση προδίδει μια σκέψη, έναν συλλογισμό / ευτυχώς / δεν θα το άντεχα διαφορετικά / κι επειδή δεν το αντέχω δεν αποφασίζω / και φυσικά η μη απόφαση είναι κι αυτή απόφαση / ευτυχώς / πλήθος προκαταλήψεων / πλήθος ασαφών εννοιών / πλήθος κακών ορισμών / παρανοήσεων και παρεξηγήσεων / αυτές οι τελευταίες: παρεξηγήσεις / πλήθος / για αυτό και δεν αποφασίζω ποτέ και μη αποφασίζοντας έχω αποφασίσει ότι δεν θα αποφασίζω / έως ότου βρεθώ φυσικά εγκιβωτισμένος σε αποφάσεις / τότε δεν πράττω / ή προσπαθώ να μην μετατοπιστώ από την κίνηση και τη δύναμή της ή απλά αφήνομαι / ευτυχώς κάποιοι πάντα αποφασίζουν / σπουδαίο πράγμα η απόφαση / η απόφαση προδίδει μια συ/σκεψη / έναν συλλογισμό / σαφή / καθάριο / αρκεί μόνον η δυνατότητα αναγωγής και ανάλυσης / δεν χρειάζεται στα αλήθεια ποτέ να διεκπεραιωθεί αυτή / η ανάλυση / αρκεί που γνωρίζω ότι έχω τη δυνατότητα να αναλύσω / βέβαια / σπουδαίο πράγμα η απόφαση, είπε ο Άγιος που αποφάσισε ότι δεν θα έπρεπε να μιλάει τόσο πολύ και για αυτό απλώς έγραψε: η απόφαση

όταν τα παιδιά μιλούν εκλαμβάνουν τις λέξεις τους ως πράγματα (αφηρημένα ή συγκεκριμένα) / ακόμη κι όταν πλάθουν φανταστικά παιχνίδια, οι λέξεις παραμένουν πραγματικές – δεν είναι εύκολο να υπονομεύσεις τη λογική συνοχή και την πραγματικότητα μιας παιδικής αφήγησης (δεν αρκεί ποτέ η υπόδειξη ενός ανυπόστατου πράγματος) / η γλώσσα μοιάζει να φέρει εντός της μια μακρινή ή όχι μακρινή ανάμνηση μιας (ύποπτης) ταυτότητας ανάμεσα στις λέξεις της και τα πράγματα (θα πω εδώ απλά: την αλήθεια) / η σταθερή μορφή της λέξης μοιάζει να παραπέμπει διαρκώς σε μια σταθερότητα των ίδιων των πραγμάτων (μέχρις ενός σημείου, αυτό ισχύει – και εντός προϋποθέσεων) / η γλώσσα δεν μοιάζει με εικόνα (ζωγραφική), όπως έλεγε ο Πλάτων – ακόμη κι αν συνυπολογίσουμε τεχνικές ψευδαίσθησης / μοιάζει περισσότερο με πηλό ή πέτρα / σμιλεύουμε έναν κόσμο πάνω της / είναι το καθ’ έκαστο ενός νου που μπορεί να είναι πλάνητας και, πρόσκαιρα ή όχι πρόσκαιρα, συναντά καταφύγιο στις λέξεις / φυσικά θα πρέπει να το θυμόμαστε αυτό / συχνά όμως συνεχίζουμε και εκλαμβάνουμε τις λέξεις σαν πράγματα, άρα ως φορείς αλήθειας / ακόμη και στα πλέον σοβαρά (φανταστικά παιχνίδια μας): όπως στη ‘δημοκρατία’ ή την κυριαρχία της εικονικής οικονομίας – διότι παιχνίδια είναι (φυσικά δεν είναι εύκολο να υπονομεύσεις τη λογική συνοχή και την πραγματικότητα αυτών των παιχνιδιών) / η υποστασιοποίηση των λέξεων είναι ταυτόσημη με την υποστασιοποίηση όλων των παράγωγων της ανθρώπινης εργασίας /