Αρχείο για Απρίλιος, 2016

«[…] Δεν συναινώ – αποδεχόμενος το (κοινωνικό) συμβόλαιο – απλώς σε υπακοή, αλλά στη συμμετοχή στην πόλη, το οποίο εμπερικλείει δύο πράγματα: Πρώτον, αναγνωρίζω την αρχή της συναίνεσης αυτή καθ’ αυτή. Κι αυτό σημαίνει ότι αναγνωρίζω πως και άλλοι συναινούν μαζί με εμένα, άρα συναινώ στην πολιτική ισότητα. Δεύτερον, αναγνωρίζω ότι κοινωνία και εξουσία, όπως συγκροτούνται, είναι δικές μου. Κι αυτό σημαίνει ότι δεν λογοδοτώ απλώς σε αυτές αλλά και πως λογοδοτώ για αυτές. Έτσι υπακοή σε αυτές σημαίνει υπακοή στους δικούς μου νόμους. Η ιδιότητα του πολίτη σε αυτήν την περίπτωση ταυτίζεται με τη δική μου αυτονομία. Η πόλη είναι το πεδίο μέσα στο οποίο συλλαμβάνω την προσωπική μου ταυτότητα και συνιστά τη δημιουργία της (πολιτικής) ελευθερίας. [23]

[…]

Όταν κάποιος μιλάει πολιτικά μιλάει εξ ονόματος των υπολοίπων με τους οποίους συναινεί και συναναστρέφεται. Εξίσου: συναινεί να μιλούν αυτοί εξ ονόματός του – όχι όπως μιλάει ένας γονιός εξ ονόματός σου, δηλαδή αντί για εσένα, αλλά όπως μιλάει κάποιος, λόγω αμοιβαιότητας, εξ ονόματός σου, δηλαδή λέει αυτό που σκέφτεσαι.

[…]

Εφόσον περικλείεται ως μέρος του περιεχομένου της πολιτικής συναίνεσης: ‘ο λόγος εξ ονόματος των άλλων αλλά και η εκχώρηση του λόγου στους άλλους εξ ονόματός σου’, έπεται ότι η άρση της συναίνεσης με την κοινότητα (η εξορία είτε εκτός είτε εντός)  δεν είναι, γραμματικά μιλώντας, η άρση της συναίνεσης με την κοινότητα. Εφόσον η εκχώρηση της συναίνεσης σημαίνει ταυτόχρονα ότι αναγνωρίζω πως: Θα πρέπει εξίσου να πω: και  πως ‘αυτή δεν είναι πια η δική μου [κοινότητα]’ (δεν φέρω πια την ευθύνη της, δεν μιλάει εξ ονόματός μου) και πως ‘αυτή δεν είναι πια η δική μας [κοινότητα]’ (δεν είναι αυτό που ζητήσαμε, δεν αναγνωρίζουμε πια καμία αρχή συναίνεσης με αυτήν, το πρωταρχικό ‘εμείς’ δεν δεσμεύεται πια λόγω συναίνεσης αλλά λόγω δύναμης, άρα δεν υπάρχει πια). […] Αντιγνωμία δεν σημαίνει άρση της συναίνεσης αλλά διαφωνία σχετικά με το περιεχόμενό της, μια διαφωνία εντός της συναίνεσης, [διαφωνία] η οποία διερωτάται για την καταλληλότητα μιας πρόσκαιρης διευθέτησης των πραγμάτων. Η κατ’ ιδίαν ομιλία δεν συνιστά την εναλλακτική στον λόγο που μιλάει εξ ονόματός σου [ενν. άρα εναλλακτική στον δημόσιο λόγο]. […]Η εναλλακτική είναι να μην υπάρχει τίποτα (πολιτικό) να πεις. [27-8]».

Σημ. Ο Cavell συνεχίζει προτείνοντας, βάσιμα νομίζω, μια αναλογία με τις περιγραφές του Wittgenstein περί ιδιωτικής γλώσσας.

Από το βιβλίο του Stanley Cavell, The claims of reason, Wittgenstein, Skepticism, Morality and Tragedy.

Advertisements

«όσο πιο πολύ βυθίζεσαι στην αφαίρεση τόσο πιο πολύ αγαπάς τους ανθρώπους (για αυτό μπορείς και τους εξοντώνεις) / όσο πιο πολύ βυθίζεσαι στον συγκεκριμένο άνθρωπο τόσο πιο πολύ μισείς τους ανθρώπους (για αυτό μπορείς και τους υπομένεις)» είπε ο Άγιος /

‘όσο πιο πολύ βυθίζεσαι στην αφαίρεση τόσο πιο πολύ ανθρώπινος γίνεσαι (για αυτό μπορείς και πεθαίνεις) / όσο πιο πολύ βυθίζεσαι στον συγκεκριμένο άνθρωπο τόσο πιο πολύ φοβάσαι τον θάνατο (για αυτό και δεν μπορείς να πεθάνεις)’ είπε ο Κραπ /

– πεθαίνοντας στο ενδιάμεσο ή ως δαίμονας / ψιθυρίζει ο Νομάδας (ούτε αφαίρεση / ούτε καθ’ έκαστο // και αφαίρεση και καθ’ έκαστο)

σώπασε ο Ανελικτής και είδε πόσο περιττή είναι η σημασία στην εποχή της εμπειρίας (πόσο επείγουσα έχει καταστεί)

 

είναι ένα μικρό κορίτσι που κρύβεται ανάμεσα από τις λέξεις / δεν ανασαίνει / σωπαίνει / κρατάει την αναπνοή της και μαζί νομίζει ότι κρατάει όλους τους ήχους κλεισμένους μέσα της / την προδίδει όμως ο κτύπος από την καρδιά της / είναι ένα μικρό κορίτσι που έχει μάθει να τακτοποιεί σε ανήλεες λέξεις τους φόβους της / εκεί τους κλειδώνει / ή έτσι νομίζει / αλλά αυτό που δεν ξέρει (ακόμη) είναι ότι εκεί μέσα οι φόβοι θρέφονται και γιγαντώνονται και γίνονται θεριά με πολλά κεφάλια και κέρατα και πως, αν ξαναβρούν τον δρόμο πίσω – και τον βρίσκουν – θα κτυπήσουν ακόμη πιο άσχημα / είναι ένα μικρό κορίτσι που έχει μάθει να κρύβεται επειδή φοβάται όλα όσα δεν θυμίζουν σουλούπια ανθρώπων (θα μάθει φυσικά ότι υπάρχουν πολλά σουλούπια ανθρώπων που δεν είναι ανθρώπινα… κι άλλα πάλι: που δεν είναι σαν τα σουλούπια των ανθρώπων και είναι πιο ανθρώπινα κι από ανθρώπινα)…

πρέπει να μάθε να σε βλέπει να παλεύεις / και να αντιστέκεσαι / πρέπει / πρέπει να μάθει σε βλέπει να γίνεσαι όλα όσα λες / πρέπει / πρέπει όμως να μάθε να βλέπει και να χάνεις / πρέπει / πρέπει να μάθει να σε βλέπει να λες ότι είχες άδικο / πρέπει / πρέπει να μάθει / να βλέπει (προτού ξεχάσει και ξαναμάθει / προτού δηλαδή ξεχάσει ξανά) / πρέπει να μάθει να σε βλέπει να είσαι άνθρωπος / πρέπει

προλαβαίνοντας το βασανιστικό ερώτημα σχετικά με τον αν ο πατέρας υπήρξε ποτέ άνθρωπος (προφανώς όχι) / αλλά αν είχε υπάρξει ως τέτοιος: πώς θα ήταν;

 

Screen_Shot_2014-12-10_at_11.30.01_AM.0.0

 

όσοι γράψανε κάποτε για παιδιά / δεν είναι ότι δεν ξέχασαν / δεν είναι αυτό / δεν υπήρξε φαντάζομαι τίποτα για να θυμούνται – το πιο πιθανό ήταν ότι γράψανε για να ξεχάσουν / αλλά ούτε αυτό έχει σημασία / το παιδί είναι μια (πολιτικά ορθή) ουτοπία (στα χέρια ενός μεγάλου) / ένας χαμένος παράδεισος που είναι καταδικασμένος να είναι αυτό μόνον: χαμένος και παράδεισος / ναι, ναι / φαντάζομαι ότι η αντίρρηση είναι ότι η παιδική ηλικία – τουλάχιστον στα σχετικά ήρεμα χρόνια της τελευταίας εποχής του δυτικού ανθρώπου που τελείωνε αθόρυβα τις προηγούμενες 2 δεκαετίες – υπήρξε μια εποχή χαρούμενη / αθώα – όχι αθώα: τα παιδιά δεν είναι αθώα, είναι σκληρά (όλοι το ξέρουν αυτό, εκτός φυσικά από τα ίδια τα παιδιά / για αυτό και συχνά καταρρέουν κλαίγοντας / όχι πάντα / τις περισσότερες φορές είσαι απλά ένας τεράστιος τύπος που φωνάζει σε μια άγνωστη γλώσσα και που, επιπλέον, δεν κρατάει ποτέ τον λόγο του διότι εξαγγέλλει την αιώνια τιμωρία η οποία βεβαίως και δεν διαρκεί για περισσότερο από λίγες ώρες ή, αν η θέλησή σου είναι χαλύβδινη, μερικές μέρες) / αυτό που κάνουν όμως τα παιδιά είναι να παρασύρονται πιο εύκολα στα σκιρτήματα των φτερών της φαντασίας / αυτό το κάνουν – αρκεί να μπορείς να τα πείσεις (αφού πρώτα πειστείς εσύ / προφανώς) / κι εκεί είναι η μέγιστη σύγκρουση με τον ενήλικο κόσμο: η φαντασία / αυτό το ανήσυχο ποτάμι που δεν είναι ποτέ ίδιο και πάντοτε μεταμορφώνεται / δεν θα επεκταθώ… / τα παιδικά βιβλία, χαζέ, δεν είναι στην πραγματικότητα για παιδιά – κι αυτό το κάμνει σπουδαία, αληθινά σπουδαία…

με αφορμή την ταινία ‘ο Μικρός Πρίγκηπας’ (2015) του Marc Osborne