Αρχείο για Απρίλιος, 2017

θέλω να φωτογραφηθώ με τα χέρια σταυρωμένα, δυναμικά να αγκαλιάζουν το ένα το άλλο και το βλέμμα αποφασιστικό να ατενίζει εσένα, το μέλλον, εμένα, αδιόρατο αλλά συνάμα αποπνέοντας ασφάλεια, ενώ θα αυξάνεται ο αριθμός των προσώπων με στόμα ανοικτό να με κοιτάζουν ή να αντιδράνε, όπως θέλετε και όπως αγαπάτε, γιατί αυτή είναι η αλήθεια και το κάλος μου το φυσικό (και ο κάλος μου ο φυσικός)… γιατί αληθινά ζηλεύω που δεν μπορώ να φωτογραφηθώ και να ανεβάσω ή να ανεβώ ώστε να δεις το κάλος και τον κάλο μου τον φυσικό… βεβαίως εγώ έχω προτιμήσει να ακτινοβολώ / ψώνιο κι αυτό… ψώνιο… κι αυτό

(είσαι κακός κύριε Aufheber, ψιθύρισε ο Κραπ / ‘ζηλεύω… αυτό είναι όλο… ζηλεύω’ ψέλλισε ο Aufheber και έφυγε με την ουρά στα σκέλια / κι εγώ… σκέφτηκε ο Κραπ και αποκοιμήθηκε στη ζεστασιά των ανθρώπινων εκκρίσεων που είχαν πια γεμίσει με σκατά το κεφάλι του / ή αποκρίσεων – απεκκρίσεων συμπλήρωσε ο Άγιος και χάθηκε μέσα στη σκοτεινή ημέρα, κατευθυνόμενος προς τον λαμπρό ήλιο – είχε πια μεσημεριάσει και πεινούσε)

ο Κραπ δεν ταυτίζεται / αφομοιώνεται / εξαφανίζεται / και όταν αναδύεται, συνήθως, μονολογεί παρατηρώντας όλα όσα έκανε και είπε / ξέρει ότι πεθαίνει / αλλά αυτό δεν κάνουν όλοι; / επιπλέον: αυτός το κάνει καλύτερα από τους άλλους / διότι ξέρει / ότι πεθαίνει / ο Κραπ μεταμορφώθηκε σε Πατ και τώρα σε Αντρέας / ο κύριος Κραπ – είπαμε – αφομοιώνεται / εξαφανίζεται και μεταμορφώνεται / είναι μέρος της τελετής ενός πεθαίνοντας / ο κύριος Κραπ / κι έπειτα απλά γκρινιάζει / αυτό δεν κάνουν όλοι; / όχι όλοι: μόνον οι ηττημένοι / τι δουλειά έχουν οι ηττημένοι ανάμεσα στους ζωντανούς; / τι δουλειά έχει πια η λογοτεχνία;