Αρχείο για Απρίλιος, 2017

η γη ξανάγινε επίπεδη – αν ήτανε ποτέ σφαίρα… μάλλον δεν ήτανε… ο εθνικισμός μοιάζει να έχει επανακάμψει – ταυτόχρονα υποχωρεί η προβληματική της ταυτότητας (δεν ξέρουμε αν η ταυτότητα – εδώ η συλλογική φαντασιακή συμβολική θέσμιση του έθνους ή της ομάδας – οφείλει να προηγείται ανθρωπολογικά προτού μπορέσουμε να την καταστήσουμε πρόβλημα – το δέον ωστόσο δεν έχει θέση εδώ: έτσι έχει το πράγμα)… θα πρέπει να ομολογήσουμε ότι η οικονομία παραμένει η μόνη ελπίδα σε αυτόν τον χαλεπό καιρό: αν κινηθεί προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, θα σωθεί ο πλανήτης… αν κινηθεί προς το διακρατικό εμπόριο, θα σωθεί η διπλωματία (άρα και η ειρήνη – μέχρις ενός σημείου)… αν κινηθεί προς την καινοτομία ή τις εκκινήσεις, θα μπορέσουν νέοι άνθρωποι να εργαστούν… για αυτό ας ελπίσουμε στην παρέμβαση της αγοράς (η οποία παραμένει υπόδειγμα λειτουργίας και αξιοκρατίας) και κυρίως, των τραπεζών απέναντι στις μεγάλες βιομηχανίες όπλων και στους εθνικιστές… η διεθνής της οικονομίας οφείλει να επανακάμψει… προτού εναγκαλιστεί ξανά το έθνος με την εθνική οικονομία… παραμένουμε θεατές με κομμένη την ανάσα… για τα Σκόπια, την Β. Κορέα, τη Συρία, τη Γαλλία, τη Βενεζουέλα… τη μικρή πια Βρετανία, τη Σκοτία και – γιατί όχι; – για εμάς: την Ελλάδα… ούτως ή άλλως, για μας η γη πάντοτε ήτανε επίπεδη… προφανώς και για όλους τους άλλους…

καλημέρα;

Advertisements

θέλω να φωτογραφηθώ με τα χέρια σταυρωμένα, δυναμικά να αγκαλιάζουν το ένα το άλλο και το βλέμμα αποφασιστικό να ατενίζει εσένα, το μέλλον, εμένα, αδιόρατο αλλά συνάμα αποπνέοντας ασφάλεια, ενώ θα αυξάνεται ο αριθμός των προσώπων με στόμα ανοικτό να με κοιτάζουν ή να αντιδράνε, όπως θέλετε και όπως αγαπάτε, γιατί αυτή είναι η αλήθεια και το κάλος μου το φυσικό (και ο κάλος μου ο φυσικός)… γιατί αληθινά ζηλεύω που δεν μπορώ να φωτογραφηθώ και να ανεβάσω ή να ανεβώ ώστε να δεις το κάλος και τον κάλο μου τον φυσικό… βεβαίως εγώ έχω προτιμήσει να ακτινοβολώ / ψώνιο κι αυτό… ψώνιο… κι αυτό

(είσαι κακός κύριε Aufheber, ψιθύρισε ο Κραπ / ‘ζηλεύω… αυτό είναι όλο… ζηλεύω’ ψέλλισε ο Aufheber και έφυγε με την ουρά στα σκέλια / κι εγώ… σκέφτηκε ο Κραπ και αποκοιμήθηκε στη ζεστασιά των ανθρώπινων εκκρίσεων που είχαν πια γεμίσει με σκατά το κεφάλι του / ή αποκρίσεων – απεκκρίσεων συμπλήρωσε ο Άγιος και χάθηκε μέσα στη σκοτεινή ημέρα, κατευθυνόμενος προς τον λαμπρό ήλιο – είχε πια μεσημεριάσει και πεινούσε)

ο Κραπ δεν ταυτίζεται / αφομοιώνεται / εξαφανίζεται / και όταν αναδύεται, συνήθως, μονολογεί παρατηρώντας όλα όσα έκανε και είπε / ξέρει ότι πεθαίνει / αλλά αυτό δεν κάνουν όλοι; / επιπλέον: αυτός το κάνει καλύτερα από τους άλλους / διότι ξέρει / ότι πεθαίνει / ο Κραπ μεταμορφώθηκε σε Πατ και τώρα σε Αντρέας / ο κύριος Κραπ – είπαμε – αφομοιώνεται / εξαφανίζεται και μεταμορφώνεται / είναι μέρος της τελετής ενός πεθαίνοντας / ο κύριος Κραπ / κι έπειτα απλά γκρινιάζει / αυτό δεν κάνουν όλοι; / όχι όλοι: μόνον οι ηττημένοι / τι δουλειά έχουν οι ηττημένοι ανάμεσα στους ζωντανούς; / τι δουλειά έχει πια η λογοτεχνία;