Archive for the ‘Wittgenstein’ Category

συνηθίζουμε να λέμε στα παιδιά πώς οι πράξεις τους έχουν αντίκτυπο και στους άλλους / άμεσο ή έμμεσο / κι εξηγούμε συνήθως τι συμβαίνει αν ή τι θα συμβεί αν… / ο αντίκτυπος συνήθως είναι πρόσκαιρος / ένα κλάμα / μια παρεξήγηση / μια αψιμαχία / μια απογοήτευση / ένας αποκλεισμός / πρόσκαιρος είπα / δεν είπα μικρός / θα περίμενες πως κι οι ενήλικες είναι σε θέση να το αντιληφθούν αυτό / ότι δηλαδή και οι δικές τους πράξεις έχουν αντίκτυπο / πόσο μάλλον όταν τα μεγέθη και η δύναμη αυξάνει με ιλιγγιώδη ρυθμό / θα περίμενες ότι αυτό επικαλείται την κοινή λογική – που τόσο λοιδορούν οι ορθολογικοί και τόσο κακομεταχειρίζονται οι εμπειρικοί / κι όμως… / δεν ισχύει / φυσικά η άμεση σύνδεση της πράξης με τη συνέπειά της, όπως συμβαίνει στις μικρές ηλικίες, εξαφανίζεται στον κόσμο των ενηλίκων / η συνέπεια μιας πράξης γίνεται σενάριο / κατασκευασμένο γεγονός / ψέμα / αμελητέα ποσότητα / αναγκαίο κακό / παράπλευρη απώλεια / κόστος / έτσι η συνέπεια δεν είναι πια ορατή / σε αυτόν / αυτήν / αυτούς /αυτές που πράττουν / κι έτσι η συνέπεια υποχωρεί (όπως και η σημασία της ευθύνης αλλά και η δυνατότητα ενός αναστοχασμού: διαλύεται η έννοια της αιτιότητας και αντικαθίσταται – όπως απαιτεί εξάλλου και η σύγχρονη επιστήμη – από την πιθανότητα (εκτός κι αν σε πιάσουν επί τω έργω… σε αυτήν την περίπτωση μπορεί να στοιχειοθετηθεί μια σύνδεση πράξης και συνέπειας / πρόσκαιρα βεβαίως) / έτσι η πράξη, αν και έχει συνέπειες, συνδέεται με ένα σύνολο πιθανών συνεπειών που επιδέχεται ερμηνείας / δεν είναι κακό / είναι μοντέρνο / πολύ μοντέρνο / ίσως θα πρέπει κι εμείς να σταματήσουμε λοιπόν να λέμε στα παιδιά για τις πράξεις και τις συνέπειες / δεν μαθαίνουν εξάλλου με αυτόν τον τρόπο τίποτα χρήσιμο /

ΥΓ/ στο μηχανικό σύμπαν του Νεύτωνα η αιτιότητα είναι αδήριτη ανάγκη / στο κβαντικό σύμπαν η πιθανοκρατία αποτυπώνει μια θεμελιώδη αδυναμία στο μικρότατο του σύμπαντος, την αδυναμία πρόβλεψης / προσοχή όμως στις αναλογίες: μεταφέροντας την πιθανοκρατία στο μηχανικό σύμπαν (συγχρονικά) δεν είναι πια σίγουρο για ποιο πράγμα μιλάμε / το οποίο δεν θα ήταν κακό αν δεν είχε συνέπειες… ή όχι;

την καλησπέρα μας

θα σκεφτόσουν ποτέ να αντικαταστήσεις τα θρησκευτικά με την ηθική;

ΥΓ. υπάρχουν στ’ αλήθεια καθολικές αξίες;

(συγγνώμη Μανώλη)

ο κύριος Χ είπε: ‘στα πλέον ανεκτικά περιβάλλοντα ανθήσανε οι πλέον φοβισμένοι άνθρωποι και η ελευθερία χάθηκε με τη συγκατάθεσή τους’… ‘αλλά, προφανώς’ συμπλήρωσε ‘στα πλέον ανελεύθερα περιβάλλοντα ανθούν οι ελεύθεροι άνθρωποι’… ‘μόνο όταν δεν τους προλαβαίνουν οι σφαίρες’ έσπευσε να διορθώσει ο κύριος Ε… ‘η συγκατάθεση είναι η πιο τρανή απόδειξη της ελευθερίας’ είπε ο κύριος Γ: ‘συγκατατίθεμαι στην εκχώρηση της ελευθερίας μου’… ‘αμελείτε την ελευθερία στις επιλογές’ μουρμούρισε ο κύριος Κ, ‘αρκούν αυτές’ γέλασε χαιρέκακα ο κύριος Ε, ‘φτάνει να μπορείς να τις πληρώσεις’ συμπλήρωσε εσπευσμένα… ‘ναι, και τώρα είναι η στιγμή ίσως να ρωτήσουμε: Πώς εννοείς εσύ δηλαδή την ελευθερία;’ μίλησε ο κύριος Λ και όλοι σώπασαν… ο κύριος Λ θέλει πάντοτε να έχει τον τελευταίο Λόγο – αλλά μπορεί;

charliehebdo

είπε ο κύριος Γκονσάλες ότι »ο Ντίλαν είναι λίγο σαν τον Βιτγκενστάιν ο οποίος λέει πάντα τα ίδια πράγματα. Ετσι κι αυτός λέει πάντα το ίδιο τραγούδι αλλά ο καθένας ακούει κάτι διαφορετικό» / και πρόσθεσε: »το βρίσκω εξαιρετικό» / και είναι / όμως πολύ φοβάμαι ότι ο κύριος Ντίλαν ή ο κύριος Βιτγκενστάιν λέει πάντα το ίδιο γιατί βλέπουμε γραμμένο ή ακούμε ηχογραφημένο πάντα το ίδιο / είμαι σίγουρος ότι ο κύριος Ντίλαν κάθε φορά σκέφτεται κι αυτός κάτι διαφορετικό ή νιώθει κάτι διαφορετικό / είμαι επίσης σίγουρος ότι ο κ. Βιτγκενστάιν σκεφτόταν πάντοτε κάτι διαφορετικό ή ένιωθε κάτι διαφορετικό κάθε φορά που έλεγε το ίδιο / είπε ο κύριος Χ, ρύθμισε το ρολόι του να δείχνει 11:38 και αποφάσισε να αποχωρήσει από την ομήγυρη με το βλέμμα του να σουλατσάρει / ο κύριος Χ ξέρει ότι οι γραμμές μένουν ακίνητες ή διοχετεύουν πάντοτε τον ίδιο ήχο εκτός κι αν μπορείς να τις κάνεις να κινηθούν / είπε ο κύριος Χ και με χαιρέτησε / πριν φύγει είπε: πρέπει να μάθεις να ξεκολλάς τις σκιές από τις λέξεις και τους ήχους / κι έφυγε: το ρολόι έδειξε 12:08 /

(Το απόσπασμα από τον Ταβάρες είναι από Εδώ)

ευτυχώς κάποιοι αποφασίζουν / σπουδαίο πράγμα η απόφαση / η απόφαση προδίδει μια σκέψη, έναν συλλογισμό / ευτυχώς / δεν θα το άντεχα διαφορετικά / κι επειδή δεν το αντέχω δεν αποφασίζω / και φυσικά η μη απόφαση είναι κι αυτή απόφαση / ευτυχώς / πλήθος προκαταλήψεων / πλήθος ασαφών εννοιών / πλήθος κακών ορισμών / παρανοήσεων και παρεξηγήσεων / αυτές οι τελευταίες: παρεξηγήσεις / πλήθος / για αυτό και δεν αποφασίζω ποτέ και μη αποφασίζοντας έχω αποφασίσει ότι δεν θα αποφασίζω / έως ότου βρεθώ φυσικά εγκιβωτισμένος σε αποφάσεις / τότε δεν πράττω / ή προσπαθώ να μην μετατοπιστώ από την κίνηση και τη δύναμή της ή απλά αφήνομαι / ευτυχώς κάποιοι πάντα αποφασίζουν / σπουδαίο πράγμα η απόφαση / η απόφαση προδίδει μια συ/σκεψη / έναν συλλογισμό / σαφή / καθάριο / αρκεί μόνον η δυνατότητα αναγωγής και ανάλυσης / δεν χρειάζεται στα αλήθεια ποτέ να διεκπεραιωθεί αυτή / η ανάλυση / αρκεί που γνωρίζω ότι έχω τη δυνατότητα να αναλύσω / βέβαια / σπουδαίο πράγμα η απόφαση, είπε ο Άγιος που αποφάσισε ότι δεν θα έπρεπε να μιλάει τόσο πολύ και για αυτό απλώς έγραψε: η απόφαση

όταν τα παιδιά μιλούν εκλαμβάνουν τις λέξεις τους ως πράγματα (αφηρημένα ή συγκεκριμένα) / ακόμη κι όταν πλάθουν φανταστικά παιχνίδια, οι λέξεις παραμένουν πραγματικές – δεν είναι εύκολο να υπονομεύσεις τη λογική συνοχή και την πραγματικότητα μιας παιδικής αφήγησης (δεν αρκεί ποτέ η υπόδειξη ενός ανυπόστατου πράγματος) / η γλώσσα μοιάζει να φέρει εντός της μια μακρινή ή όχι μακρινή ανάμνηση μιας (ύποπτης) ταυτότητας ανάμεσα στις λέξεις της και τα πράγματα (θα πω εδώ απλά: την αλήθεια) / η σταθερή μορφή της λέξης μοιάζει να παραπέμπει διαρκώς σε μια σταθερότητα των ίδιων των πραγμάτων (μέχρις ενός σημείου, αυτό ισχύει – και εντός προϋποθέσεων) / η γλώσσα δεν μοιάζει με εικόνα (ζωγραφική), όπως έλεγε ο Πλάτων – ακόμη κι αν συνυπολογίσουμε τεχνικές ψευδαίσθησης / μοιάζει περισσότερο με πηλό ή πέτρα / σμιλεύουμε έναν κόσμο πάνω της / είναι το καθ’ έκαστο ενός νου που μπορεί να είναι πλάνητας και, πρόσκαιρα ή όχι πρόσκαιρα, συναντά καταφύγιο στις λέξεις / φυσικά θα πρέπει να το θυμόμαστε αυτό / συχνά όμως συνεχίζουμε και εκλαμβάνουμε τις λέξεις σαν πράγματα, άρα ως φορείς αλήθειας / ακόμη και στα πλέον σοβαρά (φανταστικά παιχνίδια μας): όπως στη ‘δημοκρατία’ ή την κυριαρχία της εικονικής οικονομίας – διότι παιχνίδια είναι (φυσικά δεν είναι εύκολο να υπονομεύσεις τη λογική συνοχή και την πραγματικότητα αυτών των παιχνιδιών) / η υποστασιοποίηση των λέξεων είναι ταυτόσημη με την υποστασιοποίηση όλων των παράγωγων της ανθρώπινης εργασίας /

 

Θα είχες παραλύσει, αν ήταν διαφορετικά / μόνον επιμερισμένα επιβιώνεις – το όλον παραμένει απροσπέλαστο στο βλέμμα και τον νου / αυτοσυντήρηση λέγεται αυτό.

Ρωτήσανε αν το κόμμα μπορεί να βγάλει τον λαό από την κρίση / οι άγνωστες λέξεις είναι πάμπολλες: ‘κόμμα’, ‘κρίση’, ‘λαός’ / θα έπρεπε να έχουνε ρωτήσει ίσως ‘τι είναι κρίση κατά τη γνώμη σας’ – μπας και αρχίσουμε και καταλαβαίνουμε τίποτα /

Προσπέρασε στην Αθήνα μία γωνία, Ακαδημίας και Ομήρου – αν θυμάμαι – και συνάντησε έναν δρόμο που δεν γνώριζε καν ότι υπάρχει, έλεγε: ‘Εδώ είναι το σπίτι μου’ – ένα στρώμα, κούτες, μια κουβέρτα / ‘εδώ είναι το σπίτι μου’ και μερικά μέτρα παρακάτω: ‘εδώ είναι το δικό μας σπίτι’ / δύο στρώματα και μια κουβέρτα… / κοντά στο πανεπιστήμιο / άνθρωποι ριγμένοι / ρημαγμένοι / ελάχιστη απόσταση από τα κατάμεστα καφέ / τι πολύχρωμη που είναι η ζωή – όταν σκέφτεσαι και δεν σκέφτεσαι /

Φυσικά οι άστεγοι δεν είναι καινούργιο φαινόμενο / όλη την ώρα σκεφτόταν περπατώντας / αυτό / τίποτα άλλο

Πόσο παράδοξο το θέαμα: Άνθρωποι διαδηλώνουν λίγα μέτρα μακριά από τα θεάματα/ άνθρωποι σκοτώνονται λίγα μέτρα μακριά από τα θεάματα – το θέαμα αυτό είναι η φαυλότητα και αφορά, κυρίως, την αναδιανομή των χρημάτων ανάμεσα σε χορηγούς και υπερτιμημένους ανθρώπους / υπερκοστολογημένους – οτιδήποτε / αφορά βεβαίως και εσένα που ξεκλέβεις χρόνο και ματιές και παθιάζεσαι – κάνε κάτι άλλο ή και όχι / ψυχαγωγία λέγεται αυτό (;) – είσαι σίγουρος; /  δεν θα ήθελα να σου υποδείξω τίποτα απολύτως – εδώ δεν μπορώ εύκολα να υποδείξω  σε μένα το παραμικρό

Διαβάζοντας μια συνέντευξη (;) του Τερζόπουλου: Μίλησε για τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών στο γυμνάσιο κατακεραυνώνοντας τον Φίλη για την απόφασή του να μειώσει τον χρόνο διδασκαλίας τους / ακούγεται πιο σοβαρό από όσο είναι: Η συντακτική ανάλυση και η γραμματική αναγνώριση είναι θεμέλιοι λίθοι της απόλαυσης του κειμένου – όλοι το ξέρουμε αυτό / το έχει πει και ο Μπαρτ εξάλλου – όχι ο Σίμπσον, ο άλλος, ο Ρολάν / η υπέρτατη ηδονή είναι ο κατηγορηματικός προσδιορισμός ή εκείνη η μετοχή που διαρκώς διαφεύγει από την αναγνώρισή της – σαν μια ματαιωμένη Ευριπίδεια αναγνώριση / τουλάχιστον όσοι είχαμε την ευτυχία να (μην) μάθουμε αρχαία στο σχολείο απολαύσαμε το κείμενο ως γραμματοσυντακτικό σύμπτωμα πολλά χρόνια μετά / μόνοι μας / από διαστροφή / εννοείται / αφήνοντας τα νόθα της να μιλήσουν (;) αντί αυτής, η γλώσσα – αναφέρομαι στα κείμενα – παραμένει εύλογα νεκρή διότι τα κείμενα δεν μιλάνε σε κανέναν / γιατί; / ένα κείμενο αγαπημένε σκηνοθέτη παραμένει νεκρό αν δεν αναπνέει – το ξέρεις αυτό – αλλά εξίσου νεκρό είναι όταν απαγγέλλεται ως λείψανο και ιερό οστό / όταν αναπαράγει τις οικουμενικές του ιδέες σε μια οικουμένη που είτε δεν θέλει πια ιδέες είτε απλά σκέφτεται άλλα πράγματα πια / κρίμα: και είσαι από τους λίγους ή ο μόνος άνθρωπος που κατόρθωσες να αναστήσεις το αρχαίο κείμενο με έναν έξοχο σωματικό τρόπο, υπονομεύοντας την λογοκεντρική ανάγνωση της δύσης για το θέατρο //

Τα πράγματα σε συναντούν / δεν τα συναντάς / στα ανθρώπινα υπάρχει χρόνος / κατάλληλος ή ακατάλληλος /

Αλήθεια: Θυμάται άραγε κανείς πώς ήταν το σχολείο; Ή, τι κάναμε στο σχολείο; / όχι: Ούτε ο υπουργός θυμάται κι ας χρησιμοποιεί ευφυώς τη συσσωρευμένη εμπειρία χρόνων αμάθειας / ναι: Φυσικά και η μαζική εκπαίδευση εξημέρωσε το ζώο / όχι πια όμως – οι γονείς το εξαγρίωσαν ξανά.

Παραμένουμε, ενδιαφέρον αυτό, καθηλωμένοι και πράττουμε όπως μας έμαθαν οι γονείς μας – συνήθως / αυτά είναι τα αντανακλαστικά μας – συνήθως / είτε αναπαράγοντας είτε ευθέως ανατρέποντας / καθηλωμένοι σε μια εξ ακοής γνώση εκπαιδευτήκαμε ως πίθηκοι – δεν βλέπω τίποτα άσχημο σε αυτό / αν εξαιρέσεις ότι ξεχάσαμε να πετάμε σαν τον Πήτερ Παν / και στη διαδρομή σκοτώνουμε τη διαφορά ως έκπτωτο ή ως πηγή του κακού / είτε αυτή είναι ομοφυλόφιλη είτε χριστιανική είτε μουσουλμανική /

Επέστρεψα στην ασφάλεια – πρόσκαιρη – του σπιτιού μου / εγώ βλέπεις έχω σπίτι ακόμη / μαγείρεψα / εγώ βλέπεις μπορώ ακόμη και πηγαίνω στη λαϊκή / επέστρεψα μετά από το στοιχειό που ήρθε από την Ισλανδία να αψηφήσει τη βροχή  και να ακινητοποιήσει τον χρόνο , υποτάσσοντάς τον στη μουσική – όπως του αρμόζει / εγώ βλέπεις μπορώ ακόμη και απολαμβάνω τη μουσική / έχοντας ξεκινήσει να διαβάζω το ‘περπατώντας’ του Frederico Gros περπάτησα ώρες στο κέντρο της Αθήνας / έκπληκτος που επιβιώνω ακόμη – βλέπεις εύκολα αποσύρεις το βλέμμα και την σκέψη από τον αληθινό πόνο των άλλων / αλλά πάλι: είναι ο μόνος τρόπος να συμπάσχεις

Άραγε αναζητώ τρόπους να διαχειριστώ τις ενοχές μου; Όχι / τότε, τι;

Τίποτα: περπατώντας αναζητώ μάλλον κι εγώ εκείνο το σημείο που εξαφανίζει τους ανθρώπους και στη θέση τους αναδύει ελάχιστα σημεία στον χώρο, την χωροταξία της ζωής τους πάνω στη γη, ίσως τους δρόμους τους / την ιδιοκτησία τους; / ένα τοπίο από απόσταση / σαν έναν Σεζάν ή Κλε / πρέπει να αποσυρθείς για να τους αγαπήσεις, είπε ο Άγιος / πρέπει να σκαρφαλώσεις σε ψηλές κορυφές για να ταπεινωθείς, είπε ο Άγιος / πρέπει να τους μισήσεις για να τους υποδεχτείς, είπε ο Άγιος / ίσως

Επιμερίζοντας ή απλά: ζαπάροντας /

Η αρχιτεκτονική της διασκορπισμένης γλώσσας

 

 

Όταν φιλοσοφώ, θα πρέπει να αναπαραστήσω στη φαντασία τη δική μου γλώσσα και ζωή. Αυτό που απαιτείται είναι η διερεύνηση των κριτηρίων της δικής μου κουλτούρας, προκειμένου να τα αντιμετωπίσω με τις δικές μου λέξεις και τη δική μου ζωή, καθώς τις ακολουθώ και φαντάζομαι πώς είναι. Ταυτόχρονα αντιμετωπίζω και τις δικές μου λέξεις και τη δική μου ζωή, καθώς αυτές παρακολουθούν τη ζωή που μου επιφυλάσσουν οι λέξεις της κουλτούρας μου: Αντιπαραθέτω την κουλτούρα με τον εαυτό της, στα όρια που συναντιόμαστε. Κι αυτό μου φαίνεται ότι αξίζει να φέρει το όνομα: ‘φιλοσοφία’. Αυτή είναι επίσης και μια περιγραφή που συνάδει με ό,τι θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε: ‘εκπαίδευση’. Αντιμετωπίζοντας τα ερωτήματα που έχουν θέσει ο Αυγουστίνος, ο Λούθηρος, ο Ρουσσώ ή ο Θορρώ… είμαστε σαν τα παιδιά. Δεν ξέρουμε πώς να τα αντιμετωπίσουμε, πού αναφέρονται. Έτσι η φιλοσοφία γίνεται εκπαίδευση για μεγάλους. Λες και πρέπει να αποκτήσει την προοπτική ενός φυσικού φαινομένου που αναπόφευκτα παρερμηνεύεται  – το γεγονός ότι νωρίς στη ζωή το σώμα αγγίζει το απόγειο της δύναμης και της ανάπτυξής του. Γιατί όμως νομίζουμε ότι  θα πρέπει να φυλάξουμε και το μεγάλωμα και τη μνήμη της παιδικής μας ηλικίας, επειδή μεγαλώνοντας φυλάξαμε όλα τα παιδικά μας πράγματα; Το άγχος της διδασκαλίας, κάθε σοβαρή επικοινωνία, είναι το γεγονός ότι εγώ ο ίδιος χρειάζεται να εκπαιδευτώ. Κι αυτό, όσον αφορά τους ενήλικες δεν είναι: μεγαλώνω φυσιολογικά αλλά αλλάζω. Η μεταστροφή συνιστά ανατροπή των φυσιολογικών αντιδράσεών μας, κι έτσι συμβολίζεται ως αναγέννηση.

p.125

«[…] Δεν συναινώ – αποδεχόμενος το (κοινωνικό) συμβόλαιο – απλώς σε υπακοή, αλλά στη συμμετοχή στην πόλη, το οποίο εμπερικλείει δύο πράγματα: Πρώτον, αναγνωρίζω την αρχή της συναίνεσης αυτή καθ’ αυτή. Κι αυτό σημαίνει ότι αναγνωρίζω πως και άλλοι συναινούν μαζί με εμένα, άρα συναινώ στην πολιτική ισότητα. Δεύτερον, αναγνωρίζω ότι κοινωνία και εξουσία, όπως συγκροτούνται, είναι δικές μου. Κι αυτό σημαίνει ότι δεν λογοδοτώ απλώς σε αυτές αλλά και πως λογοδοτώ για αυτές. Έτσι υπακοή σε αυτές σημαίνει υπακοή στους δικούς μου νόμους. Η ιδιότητα του πολίτη σε αυτήν την περίπτωση ταυτίζεται με τη δική μου αυτονομία. Η πόλη είναι το πεδίο μέσα στο οποίο συλλαμβάνω την προσωπική μου ταυτότητα και συνιστά τη δημιουργία της (πολιτικής) ελευθερίας. [23]

[…]

Όταν κάποιος μιλάει πολιτικά μιλάει εξ ονόματος των υπολοίπων με τους οποίους συναινεί και συναναστρέφεται. Εξίσου: συναινεί να μιλούν αυτοί εξ ονόματός του – όχι όπως μιλάει ένας γονιός εξ ονόματός σου, δηλαδή αντί για εσένα, αλλά όπως μιλάει κάποιος, λόγω αμοιβαιότητας, εξ ονόματός σου, δηλαδή λέει αυτό που σκέφτεσαι.

[…]

Εφόσον περικλείεται ως μέρος του περιεχομένου της πολιτικής συναίνεσης: ‘ο λόγος εξ ονόματος των άλλων αλλά και η εκχώρηση του λόγου στους άλλους εξ ονόματός σου’, έπεται ότι η άρση της συναίνεσης με την κοινότητα (η εξορία είτε εκτός είτε εντός)  δεν είναι, γραμματικά μιλώντας, η άρση της συναίνεσης με την κοινότητα. Εφόσον η εκχώρηση της συναίνεσης σημαίνει ταυτόχρονα ότι αναγνωρίζω πως: Θα πρέπει εξίσου να πω: και  πως ‘αυτή δεν είναι πια η δική μου [κοινότητα]’ (δεν φέρω πια την ευθύνη της, δεν μιλάει εξ ονόματός μου) και πως ‘αυτή δεν είναι πια η δική μας [κοινότητα]’ (δεν είναι αυτό που ζητήσαμε, δεν αναγνωρίζουμε πια καμία αρχή συναίνεσης με αυτήν, το πρωταρχικό ‘εμείς’ δεν δεσμεύεται πια λόγω συναίνεσης αλλά λόγω δύναμης, άρα δεν υπάρχει πια). […] Αντιγνωμία δεν σημαίνει άρση της συναίνεσης αλλά διαφωνία σχετικά με το περιεχόμενό της, μια διαφωνία εντός της συναίνεσης, [διαφωνία] η οποία διερωτάται για την καταλληλότητα μιας πρόσκαιρης διευθέτησης των πραγμάτων. Η κατ’ ιδίαν ομιλία δεν συνιστά την εναλλακτική στον λόγο που μιλάει εξ ονόματός σου [ενν. άρα εναλλακτική στον δημόσιο λόγο]. […]Η εναλλακτική είναι να μην υπάρχει τίποτα (πολιτικό) να πεις. [27-8]».

Σημ. Ο Cavell συνεχίζει προτείνοντας, βάσιμα νομίζω, μια αναλογία με τις περιγραφές του Wittgenstein περί ιδιωτικής γλώσσας.

Από το βιβλίο του Stanley Cavell, The claims of reason, Wittgenstein, Skepticism, Morality and Tragedy.