Archive for the ‘silent picture’ Category

 

υπάρχει μια ανυπέρβλητη δυσκινησία στην σκέψη και στη γλώσσα αυτές τις μέρες… ένας θόρυβος διαρκής / σκέφτηκα να γράψω αφορισμούς – αλλά δεν μπορώ να αφορίσω (είπε ο Άγιος) / σκέφτηκα να κάψω τα σπαρτά και τη γη αλλά δεν μπορώ να καίω (είπε ο Νομάδας) / σκέφτηκα να πεθάνω αλλά προτιμάω το πεθαίνοντας (είπε ο Κραπ) / σκέφτηκα να σκεφτώ αλλά ήτανε λειψές οι κατηγορίες της σκέψης μου και η αντίφαση επίπονη και η συμφιλίωση αδύνατη (είπε ο Ανελικτής) /

Advertisements

ο Κραπ δεν ταυτίζεται / αφομοιώνεται / εξαφανίζεται / και όταν αναδύεται, συνήθως, μονολογεί παρατηρώντας όλα όσα έκανε και είπε / ξέρει ότι πεθαίνει / αλλά αυτό δεν κάνουν όλοι; / επιπλέον: αυτός το κάνει καλύτερα από τους άλλους / διότι ξέρει / ότι πεθαίνει / ο Κραπ μεταμορφώθηκε σε Πατ και τώρα σε Αντρέας / ο κύριος Κραπ – είπαμε – αφομοιώνεται / εξαφανίζεται και μεταμορφώνεται / είναι μέρος της τελετής ενός πεθαίνοντας / ο κύριος Κραπ / κι έπειτα απλά γκρινιάζει / αυτό δεν κάνουν όλοι; / όχι όλοι: μόνον οι ηττημένοι / τι δουλειά έχουν οι ηττημένοι ανάμεσα στους ζωντανούς; / τι δουλειά έχει πια η λογοτεχνία;

κάθε μέρα ο κύριος Χ σουλατσάρει στην ανήλιαγη πλευρά της μικρής οδού πλησίον της παιδικής χαράς… κάθε μέρα στις 11:45 ακριβώς / σταματάει, στρέφει το κεφάλι του και με κοιτάζει καθώς περνάω κάθε μέρα από την ανήλιαγη πλευρά της μικρής οδού πλησίον της παιδικής χαράς… κάθε μέρα στις 11:45 ακριβώς… δύο κυρίες που κάθονται στο παγκάκι μπροστά από την εκκλησία περιμένουν και όταν φανούμε στον ορίζοντα ρυθμίζουν τα ρολόγια τους / η μία το ρυθμίζει σύμφωνα με τον κύριο Χ και η άλλη με εμένα / υποθέτω ότι τα ρολόγια τους δείχνουν την ίδια ώρα ή περίπου / εξαρτάται / αν και συνήθως περιμένουν με το κεφάλι σε όρθια θέση και τα χέρια τους σε ετοιμότητα / το ένα σε έκταση και το άλλο σε αναμονή προκειμένου να ρυθμίσει την ώρα / κάθε μέρα / την ίδια ώρα / δεκαπέντε λεπτά προτού σημάνει η καμπάνα της εκκλησίας / δεν είμαι σίγουρος αν και αυτή ρυθμίζει τον κτύπο της σε σχέση με τον κύριο Χ ή με εμένα ή με τις κυρίες / θα έπρεπε / είμαστε συνεπείς και ακριβέστατοι στην ώρα μας

υποπτεύομαι ότι αυτό ισχύει: αν τους δώσεις ελευθερία, θα στρέψουν την πλάτη τους σε σένα / μπορείς να προτάξεις την αλλοτρίωση ως αναγκαία συνθήκη της αναγνώρισης (και του εαυτού και του άλλου) ή, πιο τρυφερά, της μαθητείας, όπου ο μαθητής αφανίζεται προτού αναδυθεί (είτε ως μητροκτόνος ή πατροκτόνος είτε ως διάδοχος κτλ.) / αν όμως τους δώσεις επιλογή, όντας εσύ εγκιβωτισμένος και αυτοί εγκιβωτισμένοι στο σύστημα των νοημάτων, τότε θα σου στρέψουν την πλάτη και θα φύγουν (φυσικά η μια επιλογή θα πρέπει να είναι η απελευθέρωσή τους – έτσι θα το εκλάβουν) / κι αν τους κεντρίσεις το ενδιαφέρον; / τότε θα ψεύδεσαι – κατά κάποιον τρόπο: διότι το ενδιαφέρον οφείλει να ανασυσταθεί ως συμφέρον – αργά ή γρήγορα / ο Άγιος όμως δεν έχει αποφασίσει ακόμη αν είναι προτιμότερο να ψεύδεται σε παιδιά ή σε ενήλικες / να μυθοπλάθει ή όχι – και στις δύο περιπτώσεις / εκ τους ασφαλούς; / η ασφάλεια είναι ύποπτη λέξη

the glistening one by sans you

είναι ο σιωπηλός πωλητής, γωνία Μητροπόλεως με Χρυσοστόμου Σμύρνης / χέρι υψωμένο / αδιάβροχο έντονο κόκκινο / επάνω σε μια σχεδία / είναι η κυρία που σέρνει το καρότσι της / γεμάτο κουβέρτες / ένα ραδιόφωνο χαλασμένο / μόνη / παραμιλάει / είναι ο κύριος που πανηγυρίζει, 9 το πρωί, με ένα κασκόλ μπροστά στον Λευκό Πύργο / μόνος / σαν κακή λούμπα που επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά / για κανέναν λόγο / ας πούμε ότι θα μπορούσε να είναι και ζωντανή διαφήμιση ή δυσφήμιση / είναι η κυρία που κοιμάται πάνω σε ένα παγκάκι κάτω από τη σκηνή Μελίνα Μερκούρη / που τρώει ένα ξερό κομμάτι μουχλιασμένο ψωμί και το υπόλοιπο το μοιράζεται με τα περιστέρια / και η άλλη η κυρία που σέρνει τα πόδια της και φωνάζει / βρίζει / φτύνει / μαυροντυμένη γραία που σέρνει το σάλι της / σκισμένο / στο πεζοδρόμιο της Τσιμισκή ενώ τα σάλια της τρέχουν / φεύγουν / η κακή μάγισσα του παραμυθιού ή το κακό παραμύθι μιας μάγισσας / είναι η κυρία που στη γωνία της Διαγώνιου δεν σωπαίνει αλλά φωνάζει, σαν τον σιωπηλό πωλητή που συναντήσαμε στην αρχή / το ίδιο: γροθιά υψωμένη / σχεδία / αυτή όμως προπαγανδίζει  / είναι τα σπαράγματα μιας συνείδησης / τα κομμάτια πάνω στα οποία διαθλάται το φως της / και επιστρέφει παραμορφωμένο / σαν πόνος / στομαχόπονος / γροθιά / οτιδήποτε / σαν εκείνους τους πίνακες όπου ανάμεσα από το πλήθος απομένει πάντοτε κάποιος που κοιτάζει εσένα / μόνο εσένα / σαν τη συνείδηση ένα πράγμα ή δύο ή τρία…  δεν σκύβεις το κεφάλι / συγκεντρώνεις απλά το βλέμμα – πιο έντονα / και έπειτα χάνεται

_49293384_procession17_cross