Αρχείο για Σεπτεμβρίου, 2008

σηκώθηκε στις επτά και μισή, δεν έχει νερό πάλι, έχει κρύο το σπίτι, δεν κοιμήθηκε καλά, δεν κοιμάται καλά, ετοίμασε έναν καφέ, ετοίμασε τις αιτήσεις και την έκθεση, τα απλωμένα ρούχα στο γραφείο μεταμορφώνουν τον πρωινό μαχμουρλή σε νέφη μύξας και πονόλαιμου, το κείμενό του ήδη έχει εκτεθεί, είναι στα χέρια δύο ανθρώπων, η κρίση τους μετράει, καθοριστικά, η έννοια της μαθητείας, ξέρει, είναι αλλοτρίωση, η έννοια της παιδείας σημαίνει αλλοτρίωση, χάνεις τον εαυτό σου, δεν είναι βέβαιο ότι θα συναντήσεις τίποτα στην άλλη άκρη, αλλά πάλι, το χάνεις και ο εαυτός είναι λέξεις που έρχονται πολύ αργότερα, με την ρεφλεξιόν (αντανάκλαση): δεν είναι αναγκαίο να είναι μία σκέψη, ακόμη και το βλέμμα στον καθρέφτη, μερικές σύντομες διεκπεραιωτικές φράσεις, ποιος είμαι, που πάω, η μορφή του αυλωνίτη, ηχεί: πνεύμα και ηθική, καλύπτεται, η ωραία των αθηνών, προσπαθεί να θυμηθεί, ναι, θυμάται και τον φωτόπουλο, τον μίμη, ίδιος ο πατέρας του, στις κινήσεις, θυμάται μία αφιέρωση του μίμη στον πατέρα του, αναρωτιέται αν ήταν ακόμη ζωντανός ο πατέρας του, αν θα κατάφερνε κι αυτήν την έσχατη στιγμή να αποσπάσει μία λέξη του, όχι, όχι βέβαια, ευτυχώς, θα ήταν ανυπόφορη η σκέψη, διότι πάντοτε πρέπει να υπάρχει κάποιος που δεν μιλάει (δεν γράφει;) και που ορίζει τα σύνορα, ένα φυσικό αντικείμενο, ένα φυσικό όριο (αυτό είναι η μη γραφή της σιωπής μας ή η σιωπή της γραφής μας και η ομιλία), θυμήθηκε ότι ο πατέρας του ήταν εκείνος ο περίεργος τύπος που εργαζόταν με σύμβαση, και κάθε φορά που κάποιος σκηνοθέτης επέλεγε στο όνομα της τέχνης να επεκτείνει τα ωράρια της πρόβας, εκείνος, ο πατέρας του, κατέβαζε το γενικό, χειροκροτούσε και φώναζε, αύριο πάλι, ο ΣΕΗ έχει συγκεκριμένη λειτουργία, φυσικά ο πατέρας του έχασε την δουλειά του και ίσως και τελικά, τη ζωή του, τα θυμάται όλα αυτά, μία αντανάκλαση αρκεί, θυμίζεις τον πατέρα σου, πολύ το φοβάμαι αυτό, αναπνέει ακόμη, είναι οκτώ και μισή, έχει εκτυπώσει την εισηγητική του έκθεση, και έχει κατορθώσει και δεν έχει πει ούτε ένα ψέμα, ξανά, χάλασες μικρέ, ούτε ένα ψέμα (;)

Advertisements

συνάντησε τον ιδιώτη, θυμάται τον ιδιώτη, τον αγώνα του, τους αγώνες, θυμάται, ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, η απορία: και τι έχεις να κρύψεις, η απάντηση: φασίστας είσαι; από την πόλη ήρθα αλλά δεν βλέπω τίποτα, η σύγχρονη δημοκρατια που είναι περιπου ή ήταν περίπου μία (ρωμαϊκή) κοινότητα πραγμάτων (κι όχι η ελληνική εξουσία του δήμου) αναγνώρισε την έννοιά της, όχι, αυτή δεν είναι το πρόσωπο, αλλά ο ιδιώτης, ο ιδιώτης ιδιωτεύει, παρακρατά μία σφαίραι ευαισθησίας (την θέση του) για τον εαυτό του και την συγκαλύπτει, την αποσιωπά, ο ιδιώτης δεν υφίσταται ως πολιτικό ζώο, αλλά ως ιδιωτικό ζώο (κατοικίδιο θα έλεγε κάποιος), συνάντησα τον ιδιώτη, με τι ασχολείσαι, εδώ και εκεί, γράφω και σε ένα ευβλόγιο, αναφέρει, ίσως σε ενδιαφέρει, αναφέρω, ψευδώνυμα, δόξα σοι, ο ιδιώτης, εγώ, που γνώρισε ατυχώς την αντίδραση μίας δράσης ή περισσότερων, έμαθε να είναι ιδιώτης, το έμαθε με αίμα, ίσως με πόνο και τίμημα που δεν θα έπρεπε, αλλά, πάλι, τότε δεν ήταν ιδιώτης, είχε όνομα, τον συνάντησα, χαιρετηθήκαμε, έχει μία καλή δουλειά πια, μοχθεί, δεν τα φέρνει εύκολα, δεν κρίνω, δεν έχω τη δύναμη να κρίνω, συναντηθήκαμε δύο ιδιώτες, ίσως αυτό να είναι καλύτερο, δεν κρίνω, λέει, εκθέτω μόνον το πράγμα, κι αυτό αρκεί, εκτίθεται λέει, αλλά ιδιώτης, καμιά φορά φοβάμαι, λέει, το ξέρω, κι εγώ

συνάντησε τον συνδικαλιστή, έναν αριστερό, παθιασμένο, με παρωπίδες, άλλοτε δίχως παρωπίδες, το θετικό ήταν ότι τα αντανακλαστικά του στην συζήτηση εξημερώνονται, άκουγε μία στις τόσες, γνώριζε ως συνδικαλιστής πρόσωπα, πράγματα και τους μαγικούς συνδυασμούς που μεταμορφώνουν τον φοιτητή σε ρυθμιστή, μεταπτυχιακό και, ίσως, διδάκτορα, τα απέρριψε, λέει, τον απόρριψαν, ξέρω, η συζήτηση περιστρέφεται στα (δικά μας) προβλήματα πια, θα είναι γύρω στα 28 ή 29, εργασιακά, διασφαλίση ή καλύτερα, εξασφάλιση, κτλ. τα δικά μας προβλήματα υποκατέστησαν τα προβλήματα της σχολής, την διαφθορά, την πελατειακή συγκρότηση της σχέσης, την λυκοφιλία, καλύτερα, ή όχι, του υπενθυμίζω ότι δεν είναι φιλόλογος, ή παιδαγωγός, του υπενθυμίζω ότι η κατεύθυνσή του ήταν φιλοσοφία, ψιλά ελληνικά γράμματα, ο συνδικαλιστής… φυσικά δεν φέρνω καμία αντίρρηση, ένα παιδί, μία οικογένεια, μία εργασία κτλ. ωστόσο η πουτάνα η μνήμη υπενθυμίζει τα μονοπάτια μας, ποιοι τελικά μετήλθαν των μέσων χάριν σκοπών κι όχι χάριν των μέσων των ίδιων, ο συνδικαλιστής προκάμει τώρα να προφτάσει τον κύριο καθηγητή που συνταξιοδοτήθηκε, μήπως και το μεταπτυχιακό δεν αναγνωριστεί και δεν προσμετρήσει στα μόρια του ασεπ, ο συνδικαλιστής αυτός νομίζω ότι είναι ο κανόνας, σαν αριστερός ή δεξιός, και μέσος ή παράμεσος, κωλοδάχτυλο λέω εγώ, οργανώθηκε γρήγορα, εργάστηκε για την παράταξη (εξωκοινοβουλευτική απροσωπία), συναλλάσσεται και συναλλάχτηκε, συγκέντρωσε χρήματα από πολιτιστικά δρώμενα (κωλόμπαρα, μύκονος κτλ) και τώρα, για αυτόν, νομίζω, το μέλλον είναι πιο σκοτεινό από το δικό μου, εννοώ ότι εγώ ήδη το μέλλον το ζω από μικρός, αποστροφή του λόγου, συνδικαλιστής, να έχεις όνειρα, ναι, να μπορώ να ονει-ρεύομαι καμιά φορά, εγώ, όχι έγω, αυτή είναι η ιστορία και ο αγώνας του συνδικαλιστικού κινήματος των φοιτητών (κι όχι μόνον: γενικοί γραμματείς που είναι υφυπουργοί ή υπουργοί προς διορισμό) μέσες άκρες στην μεταπολίτευση – τα προβλήματά μας που παίρνουν τη θέση των Προβλημάτων… αγαπημένε λεκτοπλάνητα: το μετά προϋποθέτει την πολιτική – και αυτή είναι άγνωστη έννοια στην τελευταία ευρωπαϊκή περιοχή της οθωμανικής αυτοκρατορίας…

outside the city walls

Posted: Σεπτεμβρίου 4, 2008 in (oblivion) μνήμη

http://aproto.blogspot.com/

σκοντάφοντας πάνω σε φίλο που έχω χάσει τα ίχνη του… ο συνειρμός περίπου ήταν αυτός – σωστή κοσμογονία, έργα και ημέρες: ένας στίχος από τους travis, μία λανθάνουσα μνήμη, η γρανάδα, ο άμλετ, ένα κείμενο που χάρισα και μετουσιώθηκε σε εικόνα και λόγο, ένας φίλος που γνώρισα στην ισπανία (πορτογάλος) και μία – ακόμη – διαψευσμένη πρόθεση ή υπόσχεση… όχι υπόσχεση: ποτέ δεν υπόσχομαι… θυμάμαι την εμμονή του με δύο λέξεις: την απουσία και τη λήθη (absence and oblivion)… τότε η ανάγνωση του blanchot με είχε εξαναγκάσει σε τέλειες αφαιρέσεις στη γλώσσα και τη ζωή και η επικοινωνία γινόταν με δυσκολία… η ανάσα ήταν ο οδηγός ή μπούσουλας: ανέπνεα κοφτά και προσπαθούσα να διαλύσω τις φράσεις σε συλλαβές που θα ακολουθήσουν την αναπνοή: ανέπνεε κοφτά, ανέπνεε καλά, μήπως και στο τέλος κοπείς από τις σπασμένες λέξεις ή βρεθείς στα κενά που ανοίγουν τα θραύσματα της γλώσσας… ο άμλετ ήταν η δική μου εμμονή: το κείμενο ήταν η καταχώρηση ενός τρόφιμου, ο άμλετ τη νύχτα ενδύθηκε την οφηλία και συνάντησε την σκιά (η σκιά είναι ο συνομιλητής) … ήταν περίπου τότε που η αυτόματη γραφή έγινε ένα τέρας που κατόρθωσε και τρομοκράτησε, καταβρόχθισε την ενότητα ή την σκέψη (ο δικός μου ροβεσπιέρος)… η επανάσταση φυσικά απέτυχε: θυμάμαι ακόμη το σημείωμα: έλεγε, κοινότυπος μεταμοντερνισμός, φλυαρία κτλ… φυσικά ακολούθησαν οι αυτοκρατορικοί χρόνοι και σαν άλλος πλάτωνας έκαψα τα κείμενα ενώπιον του μέγα ιεροκήρυκα των εγελιανών σπουδών… δεν έχω συνέλθει ακόμη… αλλά σήμερα ήταν μία καλή ημέρα – τελειώνει… το όνομα είναι πέδρο και η ανάμνηση της αίσθησης του αποπροσανατολισμού στη γρανάδα και στη τεκίλα παρήγορη (εδώ ακόμη και στη θεσσαλονίκη αποπροσανατολίζομαι)… δεν ξέρω πορτογαλικά αλλά μπορώ να πω αυτά περίπου: κάθε φορά που διασταυρώνομαι με την τέχνη μεταμορφώνομαι σε μία εξόριστη γλώσσα (αλλά δεν το λέω / το γράφω, αλλά όλοι γνωρίζουν ότι αυτά που γράφω δεν έχουν τη δική μου φωνή αλλά τη φωνή του αναγνώστη)… κείμαι εκτός των τειχών εξοστρακισμένος από την πολιτεία… είνα ένα κόψιμο αρκετά βαθύ…