ανέκφραστος / ανέκφραστη / αδιαπέραστος ο τοίχος / είναι η απομόνωση – από τους ανθρώπους / περιγράφοντας ένα παιδί που δεν θέλει – κάποτε δεν θα μπορεί – να επιδείξει κανενός είδους συναισθηματική έκφραση ή ενσυναίσθηση / ένα απομονωμένο παιδί / το παράδοξο είναι ότι αυτό το παιδί θα έχει ξεσπάσματα, μια πλημμυρίδα από συναισθήματα που θα το παραλύουν οδηγώντας σε παροξυσμό / κι έπειτα: η πτώση / απομόνωση / αυτό το εκκρεμές θα είναι αυτό το παιδί / όπου η πράξη της συμπόνοιας – το συμπάσχω – θα εκκρεμεί ανάμεσα στην αδιαφορία και την παράφορη ταύτιση / θα έπρεπε να υπάρξει μια εξήγηση – αλλά οι εξηγήσεις αστοχούν συνήθως, εφόσον βασίζονται πάνω σε ένα απλό, στα όρια της παρανόησης, μοντέλο αιτίας και αιτιατού / ποτέ δεν είναι γραμμική η εξήγηση – παρά μόνον σε οριακές περιπτώσεις; / ούτως ή άλλως τον απωθούν οι ερμηνευτικές προσεγγίσεις των ψυχοπαθολόγων / έτσι θα είναι ή θα μοιάζει το παιδί (προτού μπορέσει και φτιάξει μια γλώσσα που να μορφοποιεί το αδιαμόρφωτο της ακοινώνητης κοινωνικότητάς του – συνθήκη ανθρώπινη που θα έλεγε και ο Μανώλης ο Κάντιος / ή την κοινωνική ακοινωνησία της / του) / στις ακρότατες συνέπειές της αυτή η κατάσταση δεν απολήγει σε εγωισμό αλλά στον πλήρη αφανισμό του εγώ / προτού το εγώ ανακάμψει / ως απόλυτη αρχή / προτού το εγώ αποσυρθεί / αυτή είναι η συνθήκη της ζωής της – αλλά δεν θα της ευχόμουν, είπε ο Άγιος / ούτε εγώ, είπε ο Κραπ / αλλά αυτό δεν είμαι όλοι; θα προσθέσει ο Νομάς /
ή πώς το μάτι δεν εμφανίζεται σχεδόν ποτέ στο οπτικό πεδίο μέσα (αλλά αυτή είναι μια κακή αναλογία που θέλει να μιλήσει για τη συνείδηση αδιαφορώντας για την αυτοσυνείδηση)