ανέκφραστος / ανέκφραστη / αδιαπέραστος ο τοίχος / είναι η απομόνωση – από τους ανθρώπους / περιγράφοντας ένα παιδί που δεν θέλει – κάποτε δεν θα μπορεί – να επιδείξει κανενός είδους συναισθηματική έκφραση ή ενσυναίσθηση / ένα απομονωμένο παιδί / το παράδοξο είναι ότι αυτό το παιδί θα έχει ξεσπάσματα, μια πλημμυρίδα από συναισθήματα που θα το παραλύουν οδηγώντας σε παροξυσμό / κι έπειτα: η πτώση / απομόνωση / αυτό το εκκρεμές θα είναι αυτό το παιδί / όπου η πράξη της συμπόνοιας – το συμπάσχω – θα εκκρεμεί ανάμεσα στην αδιαφορία και την παράφορη ταύτιση / θα έπρεπε να υπάρξει μια εξήγηση – αλλά οι εξηγήσεις αστοχούν συνήθως, εφόσον βασίζονται πάνω σε ένα απλό, στα όρια της παρανόησης, μοντέλο αιτίας και αιτιατού / ποτέ δεν είναι γραμμική η εξήγηση – παρά μόνον σε οριακές περιπτώσεις; / ούτως ή άλλως τον απωθούν οι ερμηνευτικές προσεγγίσεις των ψυχοπαθολόγων / έτσι θα είναι ή θα μοιάζει το παιδί (προτού μπορέσει και φτιάξει μια γλώσσα που να μορφοποιεί το αδιαμόρφωτο της ακοινώνητης κοινωνικότητάς του – συνθήκη ανθρώπινη που θα έλεγε και ο Μανώλης ο Κάντιος / ή την κοινωνική ακοινωνησία της / του) / στις ακρότατες συνέπειές της αυτή η κατάσταση δεν απολήγει σε εγωισμό αλλά στον πλήρη αφανισμό του εγώ / προτού το εγώ ανακάμψει / ως απόλυτη αρχή / προτού το εγώ αποσυρθεί / αυτή είναι η συνθήκη της ζωής της – αλλά δεν θα της ευχόμουν, είπε ο Άγιος / ούτε εγώ, είπε ο Κραπ / αλλά αυτό δεν είμαι όλοι; θα προσθέσει ο Νομάς /

ή πώς το μάτι δεν εμφανίζεται σχεδόν ποτέ στο οπτικό πεδίο μέσα (αλλά αυτή είναι μια κακή αναλογία που θέλει να μιλήσει για τη συνείδηση αδιαφορώντας για την αυτοσυνείδηση)

δεν τον απασχόλησαν τα νέα μέτρα – κοστούμι εξάλλου ράβει για την τελευταία του εμφάνιση και θα πρέπει να είναι από κάθε άποψη όμορφο / όχι / δεν τον απασχόλησαν οι έξι τελευταίοι συνοδοιπόροι του / ούτε το μικρό ξύλινο καλύβι μέσα στο οποίο θα πρέπει να στριμωχτεί – ποιος ξέρει μέχρι πότε / όχι / τίποτα από όλα αυτά/ ούτε καν ο αναγραμματισμός στο όνομά του πάνω στην επιγραφή / αυτά συμβαίνουν / ποιος θα μείνει να θυμάται εξάλλου μέσα στους χειμώνες της λήθης; / όχι

εξοργίστηκε όμως με το γεγονός ότι οι άνθρωποι αυτοί διάβασαν – εν πάση περιπτώσει κρατούσαν μέσα στο κοινοβούλιο – τη χρησιμότητα του άχρηστου του Nuccio Ordine

εξοργίστηκε με το γεγονός ότι παράφρασαν το Californication των RHCP

εξοργίστηκε με το γεγονός ότι ντύθηκαν με τα σύμβολά του, την μπλούζα των Joy Division και το ‘Unknown Pleasures’

…είναι πια τρομακτικοί

 

 

 

αθροίσαμε τον κόσμο αλλά αυτός μοιάζει να συσσωρεύει μόνο σκουπίδια / αθροίσαμε τους ανθρώπους αλλά αυτοί μοιάζουν αναντίστοιχοι με τις μονάδες τους / αθροίσαμε το καλό και αυτό παρήγαγε κακό / αντίστοιχα: αθροίσαμε το κακό κι αυτό προκάλεσε καλό / αθροίσαμε τα εναπομείναντα κέρματά μας – κι αυτά ήταν λίγα / αθροίσαμε τα κέρματα και είδαμε ότι ήταν μάλλον λίγα – αλλά εξακολουθούσαμε να γελάμε / αθροίσαμε ξανά και είδαμε ότι είχαμε περισσότερα / σταματήσαμε να γελάμε / αθροίσαμε τη δυστυχία και μεταμορφώθηκε σε ευτυχία / και το αντίστροφο: αθροίσαμε την ευτυχία και φοβηθήκαμε / στη θέση της συνάθροισης τοποθετήσαμε τη συνάρθρωση / δεν είχε πια αριθμούς / σύντομα τα αρχεία λιμοκτόνησαν / σταματήσαμε να συναρθρώνουμε και σκεφτήκαμε να καταμετρήσουμε τα μέλη της συνάρθρωσης / να καταμετρήσουμε ποιοι συμφωνούν και ποιοι διαφωνούν / αρχίσαμε να καταγράφουμε ξανά /  χάριν ευκολίας / καταγράψαμε / συναθροίσαμε ξανά / συναθροίζουμε από τότε / καταλογραφούμε / γνωρίζουμε τη θέση των πραγμάτων αλλά δεν γνωρίζουμε τη θέση τους / φοβηθήκαμε ότι αν μετακινήσουμε τα πράγματα τότε αυτά θα χαθούν / τότε αυτά θα αλλάξουν / μερικές φορές έρχεται στη βιβλιοθήκη των αρχείων κάποιος που ενώ μοιάζει να δανείζεται και να επανατοποθετεί τα πράγματα στη σωστή τους θέση εντούτοις αλλάζει τη σημασία τους / αθροίσαμε τα πράγματα αλλά αυτά μεταμορφώνονται διαρκώς

αντί να μιλάς και να γκρινιάζεις / δοκίμασε εσύ να μεταφράσεις τα κείμενα / να επιμεληθείς / δεν προλαβαίνω πια / ποτέ δεν προλάβαινα και το ήξερα / ο κόσμος όμως πρέπει να μετρηθεί – ξανά / νέα μέτρα / ο καθένας / νέο μέτρο / δεν προλαβαίνω πια να τον μετρήσω ολόκληρο τον κόσμο / ή μήπως; / πρέπει να προσπαθήσω / προσπάθησα / απότυχα / αναμετρήθηκα με τον εαυτό μου / αναμετρώ τον εαυτό μου / δεν ξέρω / να τον μεταφράσω από την αρχή / αυτό δεν κάνεις; / όχι: ερμηνεύω / αυτό δεν είναι η μετάφραση; / υποθέτω ότι οι εκδόσεις Γαβριηλίδη εξαντλούν την εργασία τους στις καλαίσθητες – ομολογώ – εκδόσεις των βιβλίων τους / δεν μπορώ να εξηγήσω διαφορετικά για ποιον λόγο υπάρχει η μετάφραση του Συμεωνίδη / ίσως πάλι να ήταν μια άσκηση / ένα διαγώνισμα: αντιπαραβάλλοντας, σοφά, το αγγλικό κείμενο με το ελληνικό, οι εκδόσεις σε καλούν να ανακαλύψεις ποιες λέξεις ή ποιες προτάσεις καταβρόχθισε ο μεταφραστής / και καταβρόχθισε αρκετές – κυρίως στη Συντροφιά / και μιλούμε για τον Beckett / δεν μιλώ για τον μακροπερίοδο λόγο του Joyce / ας είναι / η αλήθεια είναι ότι εκνευρίστηκα / έχασα την υπομονή μου / διαστράφηκα / άρχισα να παρατώ το κείμενο και να αναζητώ λάθη / κι όσο περισσότερα ανακάλυπτα τόσο πιο ηθικός ένιωθα / αδέκαστος / μέχρι που βαρέθηκα – σταμάτησαν και οι χοντράδες (που μεταξύ μας θα έπρεπε ένας επιμελητής να προλάβει) και επικεντρώθηκα στο αγγλικό κείμενο / εξαιρετικός ο Beckett / σπαρταριστός

Όταν φιλοσοφώ, θα πρέπει να αναπαραστήσω στη φαντασία τη δική μου γλώσσα και ζωή. Αυτό που απαιτείται είναι η διερεύνηση των κριτηρίων της δικής μου κουλτούρας, προκειμένου να τα αντιμετωπίσω με τις δικές μου λέξεις και τη δική μου ζωή, καθώς τις ακολουθώ και φαντάζομαι πώς είναι. Ταυτόχρονα αντιμετωπίζω και τις δικές μου λέξεις και τη δική μου ζωή, καθώς αυτές παρακολουθούν τη ζωή που μου επιφυλάσσουν οι λέξεις της κουλτούρας μου: Αντιπαραθέτω την κουλτούρα με τον εαυτό της, στα όρια που συναντιόμαστε. Κι αυτό μου φαίνεται ότι αξίζει να φέρει το όνομα: ‘φιλοσοφία’. Αυτή είναι επίσης και μια περιγραφή που συνάδει με ό,τι θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε: ‘εκπαίδευση’. Αντιμετωπίζοντας τα ερωτήματα που έχουν θέσει ο Αυγουστίνος, ο Λούθηρος, ο Ρουσσώ ή ο Θορρώ… είμαστε σαν τα παιδιά. Δεν ξέρουμε πώς να τα αντιμετωπίσουμε, πού αναφέρονται. Έτσι η φιλοσοφία γίνεται εκπαίδευση για μεγάλους. Λες και πρέπει να αποκτήσει την προοπτική ενός φυσικού φαινομένου που αναπόφευκτα παρερμηνεύεται  – το γεγονός ότι νωρίς στη ζωή το σώμα αγγίζει το απόγειο της δύναμης και της ανάπτυξής του. Γιατί όμως νομίζουμε ότι  θα πρέπει να φυλάξουμε και το μεγάλωμα και τη μνήμη της παιδικής μας ηλικίας, επειδή μεγαλώνοντας φυλάξαμε όλα τα παιδικά μας πράγματα; Το άγχος της διδασκαλίας, κάθε σοβαρή επικοινωνία, είναι το γεγονός ότι εγώ ο ίδιος χρειάζεται να εκπαιδευτώ. Κι αυτό, όσον αφορά τους ενήλικες δεν είναι: μεγαλώνω φυσιολογικά αλλά αλλάζω. Η μεταστροφή συνιστά ανατροπή των φυσιολογικών αντιδράσεών μας, κι έτσι συμβολίζεται ως αναγέννηση.

p.125

«[…] Δεν συναινώ – αποδεχόμενος το (κοινωνικό) συμβόλαιο – απλώς σε υπακοή, αλλά στη συμμετοχή στην πόλη, το οποίο εμπερικλείει δύο πράγματα: Πρώτον, αναγνωρίζω την αρχή της συναίνεσης αυτή καθ’ αυτή. Κι αυτό σημαίνει ότι αναγνωρίζω πως και άλλοι συναινούν μαζί με εμένα, άρα συναινώ στην πολιτική ισότητα. Δεύτερον, αναγνωρίζω ότι κοινωνία και εξουσία, όπως συγκροτούνται, είναι δικές μου. Κι αυτό σημαίνει ότι δεν λογοδοτώ απλώς σε αυτές αλλά και πως λογοδοτώ για αυτές. Έτσι υπακοή σε αυτές σημαίνει υπακοή στους δικούς μου νόμους. Η ιδιότητα του πολίτη σε αυτήν την περίπτωση ταυτίζεται με τη δική μου αυτονομία. Η πόλη είναι το πεδίο μέσα στο οποίο συλλαμβάνω την προσωπική μου ταυτότητα και συνιστά τη δημιουργία της (πολιτικής) ελευθερίας. [23]

[…]

Όταν κάποιος μιλάει πολιτικά μιλάει εξ ονόματος των υπολοίπων με τους οποίους συναινεί και συναναστρέφεται. Εξίσου: συναινεί να μιλούν αυτοί εξ ονόματός του – όχι όπως μιλάει ένας γονιός εξ ονόματός σου, δηλαδή αντί για εσένα, αλλά όπως μιλάει κάποιος, λόγω αμοιβαιότητας, εξ ονόματός σου, δηλαδή λέει αυτό που σκέφτεσαι.

[…]

Εφόσον περικλείεται ως μέρος του περιεχομένου της πολιτικής συναίνεσης: ‘ο λόγος εξ ονόματος των άλλων αλλά και η εκχώρηση του λόγου στους άλλους εξ ονόματός σου’, έπεται ότι η άρση της συναίνεσης με την κοινότητα (η εξορία είτε εκτός είτε εντός)  δεν είναι, γραμματικά μιλώντας, η άρση της συναίνεσης με την κοινότητα. Εφόσον η εκχώρηση της συναίνεσης σημαίνει ταυτόχρονα ότι αναγνωρίζω πως: Θα πρέπει εξίσου να πω: και  πως ‘αυτή δεν είναι πια η δική μου [κοινότητα]’ (δεν φέρω πια την ευθύνη της, δεν μιλάει εξ ονόματός μου) και πως ‘αυτή δεν είναι πια η δική μας [κοινότητα]’ (δεν είναι αυτό που ζητήσαμε, δεν αναγνωρίζουμε πια καμία αρχή συναίνεσης με αυτήν, το πρωταρχικό ‘εμείς’ δεν δεσμεύεται πια λόγω συναίνεσης αλλά λόγω δύναμης, άρα δεν υπάρχει πια). […] Αντιγνωμία δεν σημαίνει άρση της συναίνεσης αλλά διαφωνία σχετικά με το περιεχόμενό της, μια διαφωνία εντός της συναίνεσης, [διαφωνία] η οποία διερωτάται για την καταλληλότητα μιας πρόσκαιρης διευθέτησης των πραγμάτων. Η κατ’ ιδίαν ομιλία δεν συνιστά την εναλλακτική στον λόγο που μιλάει εξ ονόματός σου [ενν. άρα εναλλακτική στον δημόσιο λόγο]. […]Η εναλλακτική είναι να μην υπάρχει τίποτα (πολιτικό) να πεις. [27-8]».

Σημ. Ο Cavell συνεχίζει προτείνοντας, βάσιμα νομίζω, μια αναλογία με τις περιγραφές του Wittgenstein περί ιδιωτικής γλώσσας.

Από το βιβλίο του Stanley Cavell, The claims of reason, Wittgenstein, Skepticism, Morality and Tragedy.

«όσο πιο πολύ βυθίζεσαι στην αφαίρεση τόσο πιο πολύ αγαπάς τους ανθρώπους (για αυτό μπορείς και τους εξοντώνεις) / όσο πιο πολύ βυθίζεσαι στον συγκεκριμένο άνθρωπο τόσο πιο πολύ μισείς τους ανθρώπους (για αυτό μπορείς και τους υπομένεις)» είπε ο Άγιος /

‘όσο πιο πολύ βυθίζεσαι στην αφαίρεση τόσο πιο πολύ ανθρώπινος γίνεσαι (για αυτό μπορείς και πεθαίνεις) / όσο πιο πολύ βυθίζεσαι στον συγκεκριμένο άνθρωπο τόσο πιο πολύ φοβάσαι τον θάνατο (για αυτό και δεν μπορείς να πεθάνεις)’ είπε ο Κραπ /

– πεθαίνοντας στο ενδιάμεσο ή ως δαίμονας / ψιθυρίζει ο Νομάδας (ούτε αφαίρεση / ούτε καθ’ έκαστο // και αφαίρεση και καθ’ έκαστο)

σώπασε ο Ανελικτής και είδε πόσο περιττή είναι η σημασία στην εποχή της εμπειρίας (πόσο επείγουσα έχει καταστεί)

 

είναι ένα μικρό κορίτσι που κρύβεται ανάμεσα από τις λέξεις / δεν ανασαίνει / σωπαίνει / κρατάει την αναπνοή της και μαζί νομίζει ότι κρατάει όλους τους ήχους κλεισμένους μέσα της / την προδίδει όμως ο κτύπος από την καρδιά της / είναι ένα μικρό κορίτσι που έχει μάθει να τακτοποιεί σε ανήλεες λέξεις τους φόβους της / εκεί τους κλειδώνει / ή έτσι νομίζει / αλλά αυτό που δεν ξέρει (ακόμη) είναι ότι εκεί μέσα οι φόβοι θρέφονται και γιγαντώνονται και γίνονται θεριά με πολλά κεφάλια και κέρατα και πως, αν ξαναβρούν τον δρόμο πίσω – και τον βρίσκουν – θα κτυπήσουν ακόμη πιο άσχημα / είναι ένα μικρό κορίτσι που έχει μάθει να κρύβεται επειδή φοβάται όλα όσα δεν θυμίζουν σουλούπια ανθρώπων (θα μάθει φυσικά ότι υπάρχουν πολλά σουλούπια ανθρώπων που δεν είναι ανθρώπινα… κι άλλα πάλι: που δεν είναι σαν τα σουλούπια των ανθρώπων και είναι πιο ανθρώπινα κι από ανθρώπινα)…

πρέπει να μάθε να σε βλέπει να παλεύεις / και να αντιστέκεσαι / πρέπει / πρέπει να μάθει σε βλέπει να γίνεσαι όλα όσα λες / πρέπει / πρέπει όμως να μάθε να βλέπει και να χάνεις / πρέπει / πρέπει να μάθει να σε βλέπει να λες ότι είχες άδικο / πρέπει / πρέπει να μάθει / να βλέπει (προτού ξεχάσει και ξαναμάθει / προτού δηλαδή ξεχάσει ξανά) / πρέπει να μάθει να σε βλέπει να είσαι άνθρωπος / πρέπει

προλαβαίνοντας το βασανιστικό ερώτημα σχετικά με τον αν ο πατέρας υπήρξε ποτέ άνθρωπος (προφανώς όχι) / αλλά αν είχε υπάρξει ως τέτοιος: πώς θα ήταν;