Archive for the ‘φιλοσοφια’ Category

θα σκεφτόσουν ποτέ να αντικαταστήσεις τα θρησκευτικά με την ηθική;

ΥΓ. υπάρχουν στ’ αλήθεια καθολικές αξίες;

(συγγνώμη Μανώλη)

ο κύριος Χ είπε: ‘στα πλέον ανεκτικά περιβάλλοντα ανθήσανε οι πλέον φοβισμένοι άνθρωποι και η ελευθερία χάθηκε με τη συγκατάθεσή τους’… ‘αλλά, προφανώς’ συμπλήρωσε ‘στα πλέον ανελεύθερα περιβάλλοντα ανθούν οι ελεύθεροι άνθρωποι’… ‘μόνο όταν δεν τους προλαβαίνουν οι σφαίρες’ έσπευσε να διορθώσει ο κύριος Ε… ‘η συγκατάθεση είναι η πιο τρανή απόδειξη της ελευθερίας’ είπε ο κύριος Γ: ‘συγκατατίθεμαι στην εκχώρηση της ελευθερίας μου’… ‘αμελείτε την ελευθερία στις επιλογές’ μουρμούρισε ο κύριος Κ, ‘αρκούν αυτές’ γέλασε χαιρέκακα ο κύριος Ε, ‘φτάνει να μπορείς να τις πληρώσεις’ συμπλήρωσε εσπευσμένα… ‘ναι, και τώρα είναι η στιγμή ίσως να ρωτήσουμε: Πώς εννοείς εσύ δηλαδή την ελευθερία;’ μίλησε ο κύριος Λ και όλοι σώπασαν… ο κύριος Λ θέλει πάντοτε να έχει τον τελευταίο Λόγο – αλλά μπορεί;

‘you’ll be the fox and i’ll be the prince’ (said self-consciousness)

(‘you’ll be the self and i’ll be the consciousness’) said the fox

PS. a non-identity of non-identity struggling to identify itself or the other / as the other etc.

αθροίσαμε τον κόσμο αλλά αυτός μοιάζει να συσσωρεύει μόνο σκουπίδια / αθροίσαμε τους ανθρώπους αλλά αυτοί μοιάζουν αναντίστοιχοι με τις μονάδες τους / αθροίσαμε το καλό και αυτό παρήγαγε κακό / αντίστοιχα: αθροίσαμε το κακό κι αυτό προκάλεσε καλό / αθροίσαμε τα εναπομείναντα κέρματά μας – κι αυτά ήταν λίγα / αθροίσαμε τα κέρματα και είδαμε ότι ήταν μάλλον λίγα – αλλά εξακολουθούσαμε να γελάμε / αθροίσαμε ξανά και είδαμε ότι είχαμε περισσότερα / σταματήσαμε να γελάμε / αθροίσαμε τη δυστυχία και μεταμορφώθηκε σε ευτυχία / και το αντίστροφο: αθροίσαμε την ευτυχία και φοβηθήκαμε / στη θέση της συνάθροισης τοποθετήσαμε τη συνάρθρωση / δεν είχε πια αριθμούς / σύντομα τα αρχεία λιμοκτόνησαν / σταματήσαμε να συναρθρώνουμε και σκεφτήκαμε να καταμετρήσουμε τα μέλη της συνάρθρωσης / να καταμετρήσουμε ποιοι συμφωνούν και ποιοι διαφωνούν / αρχίσαμε να καταγράφουμε ξανά /  χάριν ευκολίας / καταγράψαμε / συναθροίσαμε ξανά / συναθροίζουμε από τότε / καταλογραφούμε / γνωρίζουμε τη θέση των πραγμάτων αλλά δεν γνωρίζουμε τη θέση τους / φοβηθήκαμε ότι αν μετακινήσουμε τα πράγματα τότε αυτά θα χαθούν / τότε αυτά θα αλλάξουν / μερικές φορές έρχεται στη βιβλιοθήκη των αρχείων κάποιος που ενώ μοιάζει να δανείζεται και να επανατοποθετεί τα πράγματα στη σωστή τους θέση εντούτοις αλλάζει τη σημασία τους / αθροίσαμε τα πράγματα αλλά αυτά μεταμορφώνονται διαρκώς

Όταν φιλοσοφώ, θα πρέπει να αναπαραστήσω στη φαντασία τη δική μου γλώσσα και ζωή. Αυτό που απαιτείται είναι η διερεύνηση των κριτηρίων της δικής μου κουλτούρας, προκειμένου να τα αντιμετωπίσω με τις δικές μου λέξεις και τη δική μου ζωή, καθώς τις ακολουθώ και φαντάζομαι πώς είναι. Ταυτόχρονα αντιμετωπίζω και τις δικές μου λέξεις και τη δική μου ζωή, καθώς αυτές παρακολουθούν τη ζωή που μου επιφυλάσσουν οι λέξεις της κουλτούρας μου: Αντιπαραθέτω την κουλτούρα με τον εαυτό της, στα όρια που συναντιόμαστε. Κι αυτό μου φαίνεται ότι αξίζει να φέρει το όνομα: ‘φιλοσοφία’. Αυτή είναι επίσης και μια περιγραφή που συνάδει με ό,τι θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε: ‘εκπαίδευση’. Αντιμετωπίζοντας τα ερωτήματα που έχουν θέσει ο Αυγουστίνος, ο Λούθηρος, ο Ρουσσώ ή ο Θορρώ… είμαστε σαν τα παιδιά. Δεν ξέρουμε πώς να τα αντιμετωπίσουμε, πού αναφέρονται. Έτσι η φιλοσοφία γίνεται εκπαίδευση για μεγάλους. Λες και πρέπει να αποκτήσει την προοπτική ενός φυσικού φαινομένου που αναπόφευκτα παρερμηνεύεται  – το γεγονός ότι νωρίς στη ζωή το σώμα αγγίζει το απόγειο της δύναμης και της ανάπτυξής του. Γιατί όμως νομίζουμε ότι  θα πρέπει να φυλάξουμε και το μεγάλωμα και τη μνήμη της παιδικής μας ηλικίας, επειδή μεγαλώνοντας φυλάξαμε όλα τα παιδικά μας πράγματα; Το άγχος της διδασκαλίας, κάθε σοβαρή επικοινωνία, είναι το γεγονός ότι εγώ ο ίδιος χρειάζεται να εκπαιδευτώ. Κι αυτό, όσον αφορά τους ενήλικες δεν είναι: μεγαλώνω φυσιολογικά αλλά αλλάζω. Η μεταστροφή συνιστά ανατροπή των φυσιολογικών αντιδράσεών μας, κι έτσι συμβολίζεται ως αναγέννηση.

p.125

«[…] Δεν συναινώ – αποδεχόμενος το (κοινωνικό) συμβόλαιο – απλώς σε υπακοή, αλλά στη συμμετοχή στην πόλη, το οποίο εμπερικλείει δύο πράγματα: Πρώτον, αναγνωρίζω την αρχή της συναίνεσης αυτή καθ’ αυτή. Κι αυτό σημαίνει ότι αναγνωρίζω πως και άλλοι συναινούν μαζί με εμένα, άρα συναινώ στην πολιτική ισότητα. Δεύτερον, αναγνωρίζω ότι κοινωνία και εξουσία, όπως συγκροτούνται, είναι δικές μου. Κι αυτό σημαίνει ότι δεν λογοδοτώ απλώς σε αυτές αλλά και πως λογοδοτώ για αυτές. Έτσι υπακοή σε αυτές σημαίνει υπακοή στους δικούς μου νόμους. Η ιδιότητα του πολίτη σε αυτήν την περίπτωση ταυτίζεται με τη δική μου αυτονομία. Η πόλη είναι το πεδίο μέσα στο οποίο συλλαμβάνω την προσωπική μου ταυτότητα και συνιστά τη δημιουργία της (πολιτικής) ελευθερίας. [23]

[…]

Όταν κάποιος μιλάει πολιτικά μιλάει εξ ονόματος των υπολοίπων με τους οποίους συναινεί και συναναστρέφεται. Εξίσου: συναινεί να μιλούν αυτοί εξ ονόματός του – όχι όπως μιλάει ένας γονιός εξ ονόματός σου, δηλαδή αντί για εσένα, αλλά όπως μιλάει κάποιος, λόγω αμοιβαιότητας, εξ ονόματός σου, δηλαδή λέει αυτό που σκέφτεσαι.

[…]

Εφόσον περικλείεται ως μέρος του περιεχομένου της πολιτικής συναίνεσης: ‘ο λόγος εξ ονόματος των άλλων αλλά και η εκχώρηση του λόγου στους άλλους εξ ονόματός σου’, έπεται ότι η άρση της συναίνεσης με την κοινότητα (η εξορία είτε εκτός είτε εντός)  δεν είναι, γραμματικά μιλώντας, η άρση της συναίνεσης με την κοινότητα. Εφόσον η εκχώρηση της συναίνεσης σημαίνει ταυτόχρονα ότι αναγνωρίζω πως: Θα πρέπει εξίσου να πω: και  πως ‘αυτή δεν είναι πια η δική μου [κοινότητα]’ (δεν φέρω πια την ευθύνη της, δεν μιλάει εξ ονόματός μου) και πως ‘αυτή δεν είναι πια η δική μας [κοινότητα]’ (δεν είναι αυτό που ζητήσαμε, δεν αναγνωρίζουμε πια καμία αρχή συναίνεσης με αυτήν, το πρωταρχικό ‘εμείς’ δεν δεσμεύεται πια λόγω συναίνεσης αλλά λόγω δύναμης, άρα δεν υπάρχει πια). […] Αντιγνωμία δεν σημαίνει άρση της συναίνεσης αλλά διαφωνία σχετικά με το περιεχόμενό της, μια διαφωνία εντός της συναίνεσης, [διαφωνία] η οποία διερωτάται για την καταλληλότητα μιας πρόσκαιρης διευθέτησης των πραγμάτων. Η κατ’ ιδίαν ομιλία δεν συνιστά την εναλλακτική στον λόγο που μιλάει εξ ονόματός σου [ενν. άρα εναλλακτική στον δημόσιο λόγο]. […]Η εναλλακτική είναι να μην υπάρχει τίποτα (πολιτικό) να πεις. [27-8]».

Σημ. Ο Cavell συνεχίζει προτείνοντας, βάσιμα νομίζω, μια αναλογία με τις περιγραφές του Wittgenstein περί ιδιωτικής γλώσσας.

Από το βιβλίο του Stanley Cavell, The claims of reason, Wittgenstein, Skepticism, Morality and Tragedy.

σαν την ακινησία (αυτό κατεργάζεται το γράμμα: την ακινησία) /

σαν το παιδί που δεν μπορεί να χειριστεί το γεγονός ότι η γλώσσα δεν είναι η οριστική απόφαση για τον κόσμο (χρήσιμη μπορεί / χρήσιμη οπωσδήποτε / οριστική ποτέ – παρά μόνον όταν νεκρό) /

αυτή η άπειρη δύναμη τρομοκρατεί όταν μεταμορφώνεται σε ακίνητο πέτρωμα / δύσκαμπτο / σκληρό

για τη γλώσσα μιλάω /

αυτή η άπειρη δυνατότητα τρομοκρατεί όταν ορίζεται μονοσήμαντα /

σαν την ακινησία μονοδρομεί /

και έτσι το παιχνίδι χάνεται / το παιχνίδι χάθηκε

σε αυτήν τη μάχη για την αναγνώριση ένα από τα δύο μέρη είναι διατεθειμένο να δώσει τη ζωή του / να την εκμηδενίσει / το άλλο μέρος όμως όχι / αυτή τη φορά όμως δεν θα υποταχθεί το δεύτερο αυτό μέρος στο πρώτο – όχι / και τα δύο θα υποταχθούν στον μόνο κύριο / κι έτσι η αναγνώριση θα αναβάλλεται διαρκώς / ξανά και ξανά / διότι ποτέ στα αλήθεια δεν θα ανταμώσουν τα μέρη μεταξύ τους

(παραφράζοντας τον κύριο Έγελο)

 

το ‘βδέλυγμα’ άφησε φυσικά τραύματα / κατανοώντας όλο αυτό το μίσος – περί αυτού πρόκειται – αλλά και του τραύματος που ξεσκίζει τις σάρκες ενός ανθρώπου που υποφέρει – και για αυτό πρόκειται / δεν είναι βέβαιο αν υποφέρουμε επειδή ο κόσμος δεν υποτάσσεται στη βούλησή μας ή επειδή δεν μπορούμε εμείς να τον υποτάξουμε είτε επειδή απλά δεν μπορούμε είτε επειδή δεν θέλουμε / ‘κόσμος’ εδώ σημαίνει αυτήν την έκρυθμη ισορροπία δύναμης ή απλά: ‘τον κόσμο των ανθρώπων’ / το πραγματικό ερώτημα όμως απευθύνεται στον κάθε ένα ή στην κάθε μία προσωπικά / αυτό είναι το έσχατο σημείο / δεν βλέπω άλλο: αναλαμβάνοντας αυτήν την ευθύνη – είναι προσωπική η ευθύνη – αναλαμβάνεις και τη στάση σου / ειδάλλως: μπορούμε να μιλήσουμε με επικίνδυνες γενικεύσεις / αυτό όμως είναι φασιστικό / ή, καλύτερα: ολοκληρωτικό / τίποτα όμως δεν μπορεί να είναι τόσο συμπαγές και απόλυτο / μόνον η φανατική ιδέα / και  φανατική ιδέα είναι αυτή που αρνείται να σκεφτεί τη διαφορά / ή ότι τα πράγματα έχουν πολλαπλές προοπτικές / ίσως λοιπόν όπως καλείσαι να αναπνεύσεις βαθιά προτού ξεσπάσεις τη φωνή σου σε ένα παιδί – άρα να θρυμματίσεις μια ενστικτώδη συμπλοκή ‘ερέθισμα – αντίδραση’ – ίσως θα πρέπει να ασκηθείς στη διαφορά πριν από την ταυτότητα (αυτή είναι δεδομένη ως άτμητη αυτό-αναφορά και αυτή είναι που θα αναλάβει την ευθύνη) / επιστρέφω στο ‘βδέλυγμα’ επειδή νιώθω ανίσχυρος και επειδή δεν μπορώ να συμφιλιωθώ με αυτό (ακόμη) / ούτε με την ισχύ ούτε όμως και με το μίσος που εκείνο το κείμενο αποπνέει (και αποπνέει μίσος βαθύ) /

ΥΓ. η πιο επικίνδυνη παρενέργεια της αυτό-αναφοράς είναι η επαναληπτική επιστροφή στο είδωλό της και μόνον αυτό: το είδωλο που παγιώνεται ως εικόνα και τροφοδοτεί την κίνηση (η οποία θα αποτελεί μια ακραία μορφή αυτοσυντήρησης τόσο σε ενστικτώδες όσο και σε συμβολικό επίπεδο) / η ετερότητα ή η διαφορά είναι οντολογική κατηγορία συγκροτώντας ταυτόχρονα το αίτιο αλλά και τον ορίζοντα κάθε ταυτότητας: παράγει την ταυτότητα ως συγκεκριμένη ιστορική στιγμή και αναπαράγεται μέσω της ταυτότητας ως η καθολική ιστορική στιγμή

πώς και πότε αρχίζεις να μιλάς (ή και να γράφεις) ξανά; ίσως όταν αίρεται η δυσκολία που συνεπάγεται κάθε μονοδιάστατη προοπτική των πραγμάτων – στη μοναδική προοπτική, αυτήν που για εσένα είναι προφανώς αναγκαία, βυθίζεσαι στη σιωπή / απέναντι όμως σε αυτήν την ανάγκη παραμένει σκοτεινό και απροσπέλαστο εκείνο το σημείο που μπορεί να άρει κάθε μονοδιάστατη προοπτική και να κατανοήσει ξανά τη δυνατότητα ως διάνοιξη των μονοσήμαντων ορισμών των πραγμάτων / απέναντι σε αυτή τη δυνατότητα στέκεται το συντελεσμένο – αλλά είναι σαφές ότι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε περισσότερους τρόπους από έναν, τον μοναδικό / έτσι κάπως αρχίζει και ξαναγράφει και ο Wittgenstein / όταν συνειδητοποιεί ότι είχε λάθος / το λάθος δεν ισχυροποιεί τη θέση, την άλλη θέση, την ορθή / αντίθετα επιτρέπει τη διάνοιξη των δυνατοτήτων των πραγμάτων και των ορισμών τους / θα το πεις: ελευθερία; / μπορεί / μη πρόβλεψη: η γλώσσα παραμένει ο μόνος //μη τόπος// που δεν μπορούμε να προβλέψουμε ταυτόχρονα τη θέση της και την διεύθυνσή της / μόνον ένα εκ των δύο αποκαλύπτεται / το άλλο παραμένει άφατο και παρακολουθεί και υπονομεύει θέση ή διεύθυνση / όπως περίπου η σκέψη ε; / μπορούμε να πούμε ότι το σώμα είναι ‘εδώ’ αλλά δεν μπορούμε να είμαστε ποτέ βέβαιοι για τον νου / ή μήπως;