Archive for the ‘σημειολωτική’ Category

ο κύριος Χ είπε: ‘στα πλέον ανεκτικά περιβάλλοντα ανθήσανε οι πλέον φοβισμένοι άνθρωποι και η ελευθερία χάθηκε με τη συγκατάθεσή τους’… ‘αλλά, προφανώς’ συμπλήρωσε ‘στα πλέον ανελεύθερα περιβάλλοντα ανθούν οι ελεύθεροι άνθρωποι’… ‘μόνο όταν δεν τους προλαβαίνουν οι σφαίρες’ έσπευσε να διορθώσει ο κύριος Ε… ‘η συγκατάθεση είναι η πιο τρανή απόδειξη της ελευθερίας’ είπε ο κύριος Γ: ‘συγκατατίθεμαι στην εκχώρηση της ελευθερίας μου’… ‘αμελείτε την ελευθερία στις επιλογές’ μουρμούρισε ο κύριος Κ, ‘αρκούν αυτές’ γέλασε χαιρέκακα ο κύριος Ε, ‘φτάνει να μπορείς να τις πληρώσεις’ συμπλήρωσε εσπευσμένα… ‘ναι, και τώρα είναι η στιγμή ίσως να ρωτήσουμε: Πώς εννοείς εσύ δηλαδή την ελευθερία;’ μίλησε ο κύριος Λ και όλοι σώπασαν… ο κύριος Λ θέλει πάντοτε να έχει τον τελευταίο Λόγο – αλλά μπορεί;

κάθε μέρα ο κύριος Χ σουλατσάρει στην ανήλιαγη πλευρά της μικρής οδού πλησίον της παιδικής χαράς… κάθε μέρα στις 11:45 ακριβώς / σταματάει, στρέφει το κεφάλι του και με κοιτάζει καθώς περνάω κάθε μέρα από την ανήλιαγη πλευρά της μικρής οδού πλησίον της παιδικής χαράς… κάθε μέρα στις 11:45 ακριβώς… δύο κυρίες που κάθονται στο παγκάκι μπροστά από την εκκλησία περιμένουν και όταν φανούμε στον ορίζοντα ρυθμίζουν τα ρολόγια τους / η μία το ρυθμίζει σύμφωνα με τον κύριο Χ και η άλλη με εμένα / υποθέτω ότι τα ρολόγια τους δείχνουν την ίδια ώρα ή περίπου / εξαρτάται / αν και συνήθως περιμένουν με το κεφάλι σε όρθια θέση και τα χέρια τους σε ετοιμότητα / το ένα σε έκταση και το άλλο σε αναμονή προκειμένου να ρυθμίσει την ώρα / κάθε μέρα / την ίδια ώρα / δεκαπέντε λεπτά προτού σημάνει η καμπάνα της εκκλησίας / δεν είμαι σίγουρος αν και αυτή ρυθμίζει τον κτύπο της σε σχέση με τον κύριο Χ ή με εμένα ή με τις κυρίες / θα έπρεπε / είμαστε συνεπείς και ακριβέστατοι στην ώρα μας

ευτυχώς κάποιοι αποφασίζουν / σπουδαίο πράγμα η απόφαση / η απόφαση προδίδει μια σκέψη, έναν συλλογισμό / ευτυχώς / δεν θα το άντεχα διαφορετικά / κι επειδή δεν το αντέχω δεν αποφασίζω / και φυσικά η μη απόφαση είναι κι αυτή απόφαση / ευτυχώς / πλήθος προκαταλήψεων / πλήθος ασαφών εννοιών / πλήθος κακών ορισμών / παρανοήσεων και παρεξηγήσεων / αυτές οι τελευταίες: παρεξηγήσεις / πλήθος / για αυτό και δεν αποφασίζω ποτέ και μη αποφασίζοντας έχω αποφασίσει ότι δεν θα αποφασίζω / έως ότου βρεθώ φυσικά εγκιβωτισμένος σε αποφάσεις / τότε δεν πράττω / ή προσπαθώ να μην μετατοπιστώ από την κίνηση και τη δύναμή της ή απλά αφήνομαι / ευτυχώς κάποιοι πάντα αποφασίζουν / σπουδαίο πράγμα η απόφαση / η απόφαση προδίδει μια συ/σκεψη / έναν συλλογισμό / σαφή / καθάριο / αρκεί μόνον η δυνατότητα αναγωγής και ανάλυσης / δεν χρειάζεται στα αλήθεια ποτέ να διεκπεραιωθεί αυτή / η ανάλυση / αρκεί που γνωρίζω ότι έχω τη δυνατότητα να αναλύσω / βέβαια / σπουδαίο πράγμα η απόφαση, είπε ο Άγιος που αποφάσισε ότι δεν θα έπρεπε να μιλάει τόσο πολύ και για αυτό απλώς έγραψε: η απόφαση

‘you’ll be the fox and i’ll be the prince’ (said self-consciousness)

(‘you’ll be the self and i’ll be the consciousness’) said the fox

PS. a non-identity of non-identity struggling to identify itself or the other / as the other etc.

όταν τα παιδιά μιλούν εκλαμβάνουν τις λέξεις τους ως πράγματα (αφηρημένα ή συγκεκριμένα) / ακόμη κι όταν πλάθουν φανταστικά παιχνίδια, οι λέξεις παραμένουν πραγματικές – δεν είναι εύκολο να υπονομεύσεις τη λογική συνοχή και την πραγματικότητα μιας παιδικής αφήγησης (δεν αρκεί ποτέ η υπόδειξη ενός ανυπόστατου πράγματος) / η γλώσσα μοιάζει να φέρει εντός της μια μακρινή ή όχι μακρινή ανάμνηση μιας (ύποπτης) ταυτότητας ανάμεσα στις λέξεις της και τα πράγματα (θα πω εδώ απλά: την αλήθεια) / η σταθερή μορφή της λέξης μοιάζει να παραπέμπει διαρκώς σε μια σταθερότητα των ίδιων των πραγμάτων (μέχρις ενός σημείου, αυτό ισχύει – και εντός προϋποθέσεων) / η γλώσσα δεν μοιάζει με εικόνα (ζωγραφική), όπως έλεγε ο Πλάτων – ακόμη κι αν συνυπολογίσουμε τεχνικές ψευδαίσθησης / μοιάζει περισσότερο με πηλό ή πέτρα / σμιλεύουμε έναν κόσμο πάνω της / είναι το καθ’ έκαστο ενός νου που μπορεί να είναι πλάνητας και, πρόσκαιρα ή όχι πρόσκαιρα, συναντά καταφύγιο στις λέξεις / φυσικά θα πρέπει να το θυμόμαστε αυτό / συχνά όμως συνεχίζουμε και εκλαμβάνουμε τις λέξεις σαν πράγματα, άρα ως φορείς αλήθειας / ακόμη και στα πλέον σοβαρά (φανταστικά παιχνίδια μας): όπως στη ‘δημοκρατία’ ή την κυριαρχία της εικονικής οικονομίας – διότι παιχνίδια είναι (φυσικά δεν είναι εύκολο να υπονομεύσεις τη λογική συνοχή και την πραγματικότητα αυτών των παιχνιδιών) / η υποστασιοποίηση των λέξεων είναι ταυτόσημη με την υποστασιοποίηση όλων των παράγωγων της ανθρώπινης εργασίας /

υποπτεύομαι ότι αυτό ισχύει: αν τους δώσεις ελευθερία, θα στρέψουν την πλάτη τους σε σένα / μπορείς να προτάξεις την αλλοτρίωση ως αναγκαία συνθήκη της αναγνώρισης (και του εαυτού και του άλλου) ή, πιο τρυφερά, της μαθητείας, όπου ο μαθητής αφανίζεται προτού αναδυθεί (είτε ως μητροκτόνος ή πατροκτόνος είτε ως διάδοχος κτλ.) / αν όμως τους δώσεις επιλογή, όντας εσύ εγκιβωτισμένος και αυτοί εγκιβωτισμένοι στο σύστημα των νοημάτων, τότε θα σου στρέψουν την πλάτη και θα φύγουν (φυσικά η μια επιλογή θα πρέπει να είναι η απελευθέρωσή τους – έτσι θα το εκλάβουν) / κι αν τους κεντρίσεις το ενδιαφέρον; / τότε θα ψεύδεσαι – κατά κάποιον τρόπο: διότι το ενδιαφέρον οφείλει να ανασυσταθεί ως συμφέρον – αργά ή γρήγορα / ο Άγιος όμως δεν έχει αποφασίσει ακόμη αν είναι προτιμότερο να ψεύδεται σε παιδιά ή σε ενήλικες / να μυθοπλάθει ή όχι – και στις δύο περιπτώσεις / εκ τους ασφαλούς; / η ασφάλεια είναι ύποπτη λέξη

μια διαστροφική τελετουργία που κατέχει τη σημειολογία του οικείου όταν μετατρέπεται σε τρόμο ή της ασφάλειας σε ανασφάλεια, είπε όταν η γη έγινε επίπεδη ξανά / το κακό ως τελετουργία / πρόσωπα που κυριαρχούν γνωρίζοντας τη σημειολογία της αισθητικής αντιστροφής της ηθικής από οικειότητα σε τρόμο / η γη γίνεται επίπεδη όταν οι ιδέες κυριαρχούν μιμούμενες ανυπόμονες το τυπικό μόνον της ιεροτελεστίας / ένας παπάς γονατισμένος μάρτυρας για τη δική του πίστη και ένας πιστός όρθιος μάρτυρας για τη δική του / νομίζω σωθήκαν και οι δύο, είπε / σημειολογικά μιλώντας / κι αυτά τα πρόσωπα που παίζουν με τα σημεία και τις εικόνες καθημερινά / αυτοί δεν είναι οι ανώνυμοι προσκυνητές ή καλλιτέχνες / είναι κενά κουφάρια μιας ματαιοδοξίας και ενός υπέρτατου εγωισμού που στοχεύει στην απόλυτη σωτηρία του εαυτού τους / εκεί / και στον απόλυτο έλεγχο / εδώ / ποιο συναίσθημα γεννά η διπλή χολή της πίστης και της κυριαρχίας; / τα παρατάω / είπε / η γη είναι επίπεδη (κι ο θεός τόσο μεγάλος όσο τον κάνεις εσύ… ευτυχώς που δεν πιστεύω / αν και θα ήθελες, είπε, παραδέξου το / σωπαίνει  / να το εκλάβω ως κατάφαση;)

η γη ξαναγίνεται επίπεδη / δεν ήταν πάντα έτσι / ή πιο σωστά / η γη μετασχηματίζεται / επίπεδη / σφαίρα / κόκκος άμμου / ακίνητη / κινούμενη / άλλοτε ακινητοποιείται διότι όλοι ξέρουν ότι η γη δεν γυρίζει / κι άλλοτε πάλι / κάποιοι ισχυρίζονται ότι γυρίζει / αν γυρίζει τότε θα πρέπει να είναι δίσκος / χωρίς αυλακώσεις μάλλον / ή / κάποιοι πάλι: με αυλακώσεις / και τι ήχο θα βγάζει ένας δίσκος σαν τη γη; / εντάξει / η γη έχει ξαναγίνει επίπεδη / όλο και πιο πολλοί μοιάζει να το αποδέχονται πια / κι εσύ, Άγιε, είσαι αιρετικός αν επιμένεις να περπατάς στα μονοπάτια ενός αποτεφρωμένου δάσους, διότι, όλοι υποπτεύονται πια, ότι στην άκρη της γης, το γκρέμι θα τσακίσει το κορμί σου – αν και εύχονται να τσακίσει το πνεύμα σου / δεν μπορείς όμως να πιστεύεις ότι η γη είναι επίπεδη / όχι / δεν μπορεί η γη να είναι επίπεδη και εσύ να αποδέχεσαι τον θάνατο / ο θεός θα τσακίσει το πνεύμα σου αιρετικέ ή πάλι, θα αποθεώσει τη μνήμη σου / ποιος; / χάθηκε ο Άγιος ανάμεσα στα τελευταία δέντρα που είχαν απομείνει στο αποτεφρωμένο δάσος / πίσω από εκείνα τα δέντρα όμως είναι το γκρέμι / στα τσακίδια λοιπόν / τον καιρό που η γη ξανάγινε επίπεδη ο Άγιος τσάκισε το σώμα του όταν έφτασε στην άκρη της / όσο για το πνεύμα του…

ΥΓ. με έντονη επισήμανση η λογοκλοπή

(λογοκλοπή / ιδεοκλοπή από: Καμπρέ, Confiteor)

αντί να μιλάς και να γκρινιάζεις / δοκίμασε εσύ να μεταφράσεις τα κείμενα / να επιμεληθείς / δεν προλαβαίνω πια / ποτέ δεν προλάβαινα και το ήξερα / ο κόσμος όμως πρέπει να μετρηθεί – ξανά / νέα μέτρα / ο καθένας / νέο μέτρο / δεν προλαβαίνω πια να τον μετρήσω ολόκληρο τον κόσμο / ή μήπως; / πρέπει να προσπαθήσω / προσπάθησα / απότυχα / αναμετρήθηκα με τον εαυτό μου / αναμετρώ τον εαυτό μου / δεν ξέρω / να τον μεταφράσω από την αρχή / αυτό δεν κάνεις; / όχι: ερμηνεύω / αυτό δεν είναι η μετάφραση; / υποθέτω ότι οι εκδόσεις Γαβριηλίδη εξαντλούν την εργασία τους στις καλαίσθητες – ομολογώ – εκδόσεις των βιβλίων τους / δεν μπορώ να εξηγήσω διαφορετικά για ποιον λόγο υπάρχει η μετάφραση του Συμεωνίδη / ίσως πάλι να ήταν μια άσκηση / ένα διαγώνισμα: αντιπαραβάλλοντας, σοφά, το αγγλικό κείμενο με το ελληνικό, οι εκδόσεις σε καλούν να ανακαλύψεις ποιες λέξεις ή ποιες προτάσεις καταβρόχθισε ο μεταφραστής / και καταβρόχθισε αρκετές – κυρίως στη Συντροφιά / και μιλούμε για τον Beckett / δεν μιλώ για τον μακροπερίοδο λόγο του Joyce / ας είναι / η αλήθεια είναι ότι εκνευρίστηκα / έχασα την υπομονή μου / διαστράφηκα / άρχισα να παρατώ το κείμενο και να αναζητώ λάθη / κι όσο περισσότερα ανακάλυπτα τόσο πιο ηθικός ένιωθα / αδέκαστος / μέχρι που βαρέθηκα – σταμάτησαν και οι χοντράδες (που μεταξύ μας θα έπρεπε ένας επιμελητής να προλάβει) και επικεντρώθηκα στο αγγλικό κείμενο / εξαιρετικός ο Beckett / σπαρταριστός

Όταν φιλοσοφώ, θα πρέπει να αναπαραστήσω στη φαντασία τη δική μου γλώσσα και ζωή. Αυτό που απαιτείται είναι η διερεύνηση των κριτηρίων της δικής μου κουλτούρας, προκειμένου να τα αντιμετωπίσω με τις δικές μου λέξεις και τη δική μου ζωή, καθώς τις ακολουθώ και φαντάζομαι πώς είναι. Ταυτόχρονα αντιμετωπίζω και τις δικές μου λέξεις και τη δική μου ζωή, καθώς αυτές παρακολουθούν τη ζωή που μου επιφυλάσσουν οι λέξεις της κουλτούρας μου: Αντιπαραθέτω την κουλτούρα με τον εαυτό της, στα όρια που συναντιόμαστε. Κι αυτό μου φαίνεται ότι αξίζει να φέρει το όνομα: ‘φιλοσοφία’. Αυτή είναι επίσης και μια περιγραφή που συνάδει με ό,τι θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε: ‘εκπαίδευση’. Αντιμετωπίζοντας τα ερωτήματα που έχουν θέσει ο Αυγουστίνος, ο Λούθηρος, ο Ρουσσώ ή ο Θορρώ… είμαστε σαν τα παιδιά. Δεν ξέρουμε πώς να τα αντιμετωπίσουμε, πού αναφέρονται. Έτσι η φιλοσοφία γίνεται εκπαίδευση για μεγάλους. Λες και πρέπει να αποκτήσει την προοπτική ενός φυσικού φαινομένου που αναπόφευκτα παρερμηνεύεται  – το γεγονός ότι νωρίς στη ζωή το σώμα αγγίζει το απόγειο της δύναμης και της ανάπτυξής του. Γιατί όμως νομίζουμε ότι  θα πρέπει να φυλάξουμε και το μεγάλωμα και τη μνήμη της παιδικής μας ηλικίας, επειδή μεγαλώνοντας φυλάξαμε όλα τα παιδικά μας πράγματα; Το άγχος της διδασκαλίας, κάθε σοβαρή επικοινωνία, είναι το γεγονός ότι εγώ ο ίδιος χρειάζεται να εκπαιδευτώ. Κι αυτό, όσον αφορά τους ενήλικες δεν είναι: μεγαλώνω φυσιολογικά αλλά αλλάζω. Η μεταστροφή συνιστά ανατροπή των φυσιολογικών αντιδράσεών μας, κι έτσι συμβολίζεται ως αναγέννηση.

p.125