Archive for the ‘λοξολογοτεχνία’ Category

μα δεν θα πρέπει να έχεις απαιτήσεις από τους ανθρώπους; / από τον εαυτό σου… / και από τους ανθρώπους / τι είδους απαιτήσεις; / να μιλάνε όταν θέλουν κάτι ή πάλι: να συνδέουν δύο πράγματα ή να προσπαθούν να παρακολουθούν μια συζήτηση / όχι πάντα, δεν έχει πλάκα / έστω: όχι πάντα / δεν θα πρέπει να προσπαθήσουν; / μα προσπαθούν… πάντα προσπαθούν… προφανώς: δεν προσπαθούν για αυτά που θες εσύ… / ναι… συγγνώμη… μάλλον έχεις δίκιο – είπε ο Άγιος και χάθηκε ανάμεσα στα πτώματα

Advertisements

σκεφτόμουν ότι παρακμή / στην αρχή υπέθεσα ότι η παρακμή σχετίζεται με την απαξίωση / μετά σκέφτηκα καλύτερα: η παρακμή σχετίζεται με την απομόρφωση / η απομόρφωση θυμίζει την πρωταρχική έννοια του νερού: συμπαγές, διαπερατό αλλά άσχημο – άμορφο / όταν εκλείπει η μορφή ή η τελετουργία ως μορφή εκλείπει και το περιεχόμενο / στρουκτουραλίζει η στρουκτουροκάμηλος; / στρουκτοκάμηλος / ενδεχομένως / πασχίζει να διαμορφώσει το άμορφο / όχι αρχέτυπο / απλά: άμορφο / διαλεκτικότερη του διαλέκτη / παρακμή / η αποσάθρωση της τελετουργίας / η πίστη εκλείπει επειδή εκλείπει το τελετουργικό / η μορφή / η μορφή είναι το συγκεκριμένο και η αναφορά / κάθε μορφή έχει ρωγμές και κάθε άμορφη έχει ακίδες πάνω στις οποίες σκαλώνουν τα πτώματα οικοδομώντας τελετουργικά / παρακμή; / είπε ο Άγιος σχεδόν νηφάλια και χάθηκε στην πορτοκαλί απόχρωση της σκόνης του Αγίου

λέει ο Δικηγόρος του Λούσιφου: «είναι άραγε η δομή της εξουσίας διαβρωτική ή επώδυνος ο συμβιβασμός ώστε με κόστος – αν – να επιτευχθούν κάποια πράγματα;»

απαντά ο Άγιος: «εσύ πάλι τι θα προτιμούσες; έναν κριτικό τέχνης που γαβγίζει μονάχα – έστω και επιδέξια; – ή τον κριτικό ως καλλιτέχνη; [Wilde]»

δικηγόρος του Λούσιφου: «ο μόνος τρόπος να μείνεις αληθινός (;) είναι να μην μετέχεις»

Άγιος: «ο μόνος τρόπος να μετέχεις είναι μένοντας αληθινός»

δικηγόρος του Λούσιφου: «γαβ»

κι αποχωρίστηκαν οι δρόμοι τους

φευγαλέα / περνούν / από μπροστά / ‘όταν είχα φτιάξει από ξύλο τον χαρταετό μου είχε σπάσει προτού πετάξει / ή καθώς πετούσε / επέμεινα / απλά ήθελα να επιμείνω / με κοιτούσες εσύ [;] / ίσως / τη δεύτερη φορά είπα κάτι όπως: »θέλει ζύγι» / εννοούσα πως έπρεπε να ισορροπήσω τα αφτιά του / κι αυτό έκανα / αυτή τη φορά πέταξε / ήμουνα ήρωας στα μάτια σου / δεν ξέρεις στα σίγουρα αν το σκέφτηκα ποτέ έτσι / έτσι θέλεις να το σκέφτεσαι εσύ τώρα / αλλά είχε πετάξει / έπειτα αποσύρθηκα / παίξαμε λίγη μπάλα κι έφυγα’ / φευγαλέα οι εικόνες διαδέχονται βουβές ή με θόρυβο [παράσιτα] / τελευταία θυμάμαι τη φωνή σου καλύτερα / μόνον να λέει το όνομά μου / φευγαλέα / τέτοια ήταν η σημερινή μου μέρα /

 

υπάρχει μια ανυπέρβλητη δυσκινησία στην σκέψη και στη γλώσσα αυτές τις μέρες… ένας θόρυβος διαρκής / σκέφτηκα να γράψω αφορισμούς – αλλά δεν μπορώ να αφορίσω (είπε ο Άγιος) / σκέφτηκα να κάψω τα σπαρτά και τη γη αλλά δεν μπορώ να καίω (είπε ο Νομάδας) / σκέφτηκα να πεθάνω αλλά προτιμάω το πεθαίνοντας (είπε ο Κραπ) / σκέφτηκα να σκεφτώ αλλά ήτανε λειψές οι κατηγορίες της σκέψης μου και η αντίφαση επίπονη και η συμφιλίωση αδύνατη (είπε ο Ανελικτής) /

ανάμεσα στον έλεγχο (εξωτερικός -;- καταναγκασμός) και στα όρια (‘φυσικό’ -;- εμπόδιο / αντίσταση) / και η ελευθερία…

πώς διαχειρίζεσαι την ελευθερία σου; ρώτησε ο Κραπ τον Άγιο / ο Άγιος είπε: ‘δεν είμαι ελεύθερος’ / ακόμη κι όταν δεν σε κοιτάζει κανείς; αντέτεινε ο Κραπ; / ‘το πρόβλημά μου δεν είναι αυτό…  πάντοτε με κοιτάζει κάποιος’ είπε ήρεμα ο Άγιος / άρα δεν είσαι ελεύθερος, είπε ο Κραπ / ‘αυτό σου είπα εξ αρχής’ κούνησε το κεφάλι του ο Άγιος

θέλω να φωτογραφηθώ με τα χέρια σταυρωμένα, δυναμικά να αγκαλιάζουν το ένα το άλλο και το βλέμμα αποφασιστικό να ατενίζει εσένα, το μέλλον, εμένα, αδιόρατο αλλά συνάμα αποπνέοντας ασφάλεια, ενώ θα αυξάνεται ο αριθμός των προσώπων με στόμα ανοικτό να με κοιτάζουν ή να αντιδράνε, όπως θέλετε και όπως αγαπάτε, γιατί αυτή είναι η αλήθεια και το κάλος μου το φυσικό (και ο κάλος μου ο φυσικός)… γιατί αληθινά ζηλεύω που δεν μπορώ να φωτογραφηθώ και να ανεβάσω ή να ανεβώ ώστε να δεις το κάλος και τον κάλο μου τον φυσικό… βεβαίως εγώ έχω προτιμήσει να ακτινοβολώ / ψώνιο κι αυτό… ψώνιο… κι αυτό

(είσαι κακός κύριε Aufheber, ψιθύρισε ο Κραπ / ‘ζηλεύω… αυτό είναι όλο… ζηλεύω’ ψέλλισε ο Aufheber και έφυγε με την ουρά στα σκέλια / κι εγώ… σκέφτηκε ο Κραπ και αποκοιμήθηκε στη ζεστασιά των ανθρώπινων εκκρίσεων που είχαν πια γεμίσει με σκατά το κεφάλι του / ή αποκρίσεων – απεκκρίσεων συμπλήρωσε ο Άγιος και χάθηκε μέσα στη σκοτεινή ημέρα, κατευθυνόμενος προς τον λαμπρό ήλιο – είχε πια μεσημεριάσει και πεινούσε)

ο Κραπ δεν ταυτίζεται / αφομοιώνεται / εξαφανίζεται / και όταν αναδύεται, συνήθως, μονολογεί παρατηρώντας όλα όσα έκανε και είπε / ξέρει ότι πεθαίνει / αλλά αυτό δεν κάνουν όλοι; / επιπλέον: αυτός το κάνει καλύτερα από τους άλλους / διότι ξέρει / ότι πεθαίνει / ο Κραπ μεταμορφώθηκε σε Πατ και τώρα σε Αντρέας / ο κύριος Κραπ – είπαμε – αφομοιώνεται / εξαφανίζεται και μεταμορφώνεται / είναι μέρος της τελετής ενός πεθαίνοντας / ο κύριος Κραπ / κι έπειτα απλά γκρινιάζει / αυτό δεν κάνουν όλοι; / όχι όλοι: μόνον οι ηττημένοι / τι δουλειά έχουν οι ηττημένοι ανάμεσα στους ζωντανούς; / τι δουλειά έχει πια η λογοτεχνία;

ο κύριος Χ είπε: ‘στα πλέον ανεκτικά περιβάλλοντα ανθήσανε οι πλέον φοβισμένοι άνθρωποι και η ελευθερία χάθηκε με τη συγκατάθεσή τους’… ‘αλλά, προφανώς’ συμπλήρωσε ‘στα πλέον ανελεύθερα περιβάλλοντα ανθούν οι ελεύθεροι άνθρωποι’… ‘μόνο όταν δεν τους προλαβαίνουν οι σφαίρες’ έσπευσε να διορθώσει ο κύριος Ε… ‘η συγκατάθεση είναι η πιο τρανή απόδειξη της ελευθερίας’ είπε ο κύριος Γ: ‘συγκατατίθεμαι στην εκχώρηση της ελευθερίας μου’… ‘αμελείτε την ελευθερία στις επιλογές’ μουρμούρισε ο κύριος Κ, ‘αρκούν αυτές’ γέλασε χαιρέκακα ο κύριος Ε, ‘φτάνει να μπορείς να τις πληρώσεις’ συμπλήρωσε εσπευσμένα… ‘ναι, και τώρα είναι η στιγμή ίσως να ρωτήσουμε: Πώς εννοείς εσύ δηλαδή την ελευθερία;’ μίλησε ο κύριος Λ και όλοι σώπασαν… ο κύριος Λ θέλει πάντοτε να έχει τον τελευταίο Λόγο – αλλά μπορεί;