Archive for the ‘λοξολογοτεχνία’ Category

ο κύριος Χ είπε: ‘στα πλέον ανεκτικά περιβάλλοντα ανθήσανε οι πλέον φοβισμένοι άνθρωποι και η ελευθερία χάθηκε με τη συγκατάθεσή τους’… ‘αλλά, προφανώς’ συμπλήρωσε ‘στα πλέον ανελεύθερα περιβάλλοντα ανθούν οι ελεύθεροι άνθρωποι’… ‘μόνο όταν δεν τους προλαβαίνουν οι σφαίρες’ έσπευσε να διορθώσει ο κύριος Ε… ‘η συγκατάθεση είναι η πιο τρανή απόδειξη της ελευθερίας’ είπε ο κύριος Γ: ‘συγκατατίθεμαι στην εκχώρηση της ελευθερίας μου’… ‘αμελείτε την ελευθερία στις επιλογές’ μουρμούρισε ο κύριος Κ, ‘αρκούν αυτές’ γέλασε χαιρέκακα ο κύριος Ε, ‘φτάνει να μπορείς να τις πληρώσεις’ συμπλήρωσε εσπευσμένα… ‘ναι, και τώρα είναι η στιγμή ίσως να ρωτήσουμε: Πώς εννοείς εσύ δηλαδή την ελευθερία;’ μίλησε ο κύριος Λ και όλοι σώπασαν… ο κύριος Λ θέλει πάντοτε να έχει τον τελευταίο Λόγο – αλλά μπορεί;

είπε ο κύριος Γκονσάλες ότι »ο Ντίλαν είναι λίγο σαν τον Βιτγκενστάιν ο οποίος λέει πάντα τα ίδια πράγματα. Ετσι κι αυτός λέει πάντα το ίδιο τραγούδι αλλά ο καθένας ακούει κάτι διαφορετικό» / και πρόσθεσε: »το βρίσκω εξαιρετικό» / και είναι / όμως πολύ φοβάμαι ότι ο κύριος Ντίλαν ή ο κύριος Βιτγκενστάιν λέει πάντα το ίδιο γιατί βλέπουμε γραμμένο ή ακούμε ηχογραφημένο πάντα το ίδιο / είμαι σίγουρος ότι ο κύριος Ντίλαν κάθε φορά σκέφτεται κι αυτός κάτι διαφορετικό ή νιώθει κάτι διαφορετικό / είμαι επίσης σίγουρος ότι ο κ. Βιτγκενστάιν σκεφτόταν πάντοτε κάτι διαφορετικό ή ένιωθε κάτι διαφορετικό κάθε φορά που έλεγε το ίδιο / είπε ο κύριος Χ, ρύθμισε το ρολόι του να δείχνει 11:38 και αποφάσισε να αποχωρήσει από την ομήγυρη με το βλέμμα του να σουλατσάρει / ο κύριος Χ ξέρει ότι οι γραμμές μένουν ακίνητες ή διοχετεύουν πάντοτε τον ίδιο ήχο εκτός κι αν μπορείς να τις κάνεις να κινηθούν / είπε ο κύριος Χ και με χαιρέτησε / πριν φύγει είπε: πρέπει να μάθεις να ξεκολλάς τις σκιές από τις λέξεις και τους ήχους / κι έφυγε: το ρολόι έδειξε 12:08 /

(Το απόσπασμα από τον Ταβάρες είναι από Εδώ)

κάθε μέρα ο κύριος Χ σουλατσάρει στην ανήλιαγη πλευρά της μικρής οδού πλησίον της παιδικής χαράς… κάθε μέρα στις 11:45 ακριβώς / σταματάει, στρέφει το κεφάλι του και με κοιτάζει καθώς περνάω κάθε μέρα από την ανήλιαγη πλευρά της μικρής οδού πλησίον της παιδικής χαράς… κάθε μέρα στις 11:45 ακριβώς… δύο κυρίες που κάθονται στο παγκάκι μπροστά από την εκκλησία περιμένουν και όταν φανούμε στον ορίζοντα ρυθμίζουν τα ρολόγια τους / η μία το ρυθμίζει σύμφωνα με τον κύριο Χ και η άλλη με εμένα / υποθέτω ότι τα ρολόγια τους δείχνουν την ίδια ώρα ή περίπου / εξαρτάται / αν και συνήθως περιμένουν με το κεφάλι σε όρθια θέση και τα χέρια τους σε ετοιμότητα / το ένα σε έκταση και το άλλο σε αναμονή προκειμένου να ρυθμίσει την ώρα / κάθε μέρα / την ίδια ώρα / δεκαπέντε λεπτά προτού σημάνει η καμπάνα της εκκλησίας / δεν είμαι σίγουρος αν και αυτή ρυθμίζει τον κτύπο της σε σχέση με τον κύριο Χ ή με εμένα ή με τις κυρίες / θα έπρεπε / είμαστε συνεπείς και ακριβέστατοι στην ώρα μας

υποπτεύομαι ότι αυτό ισχύει: αν τους δώσεις ελευθερία, θα στρέψουν την πλάτη τους σε σένα / μπορείς να προτάξεις την αλλοτρίωση ως αναγκαία συνθήκη της αναγνώρισης (και του εαυτού και του άλλου) ή, πιο τρυφερά, της μαθητείας, όπου ο μαθητής αφανίζεται προτού αναδυθεί (είτε ως μητροκτόνος ή πατροκτόνος είτε ως διάδοχος κτλ.) / αν όμως τους δώσεις επιλογή, όντας εσύ εγκιβωτισμένος και αυτοί εγκιβωτισμένοι στο σύστημα των νοημάτων, τότε θα σου στρέψουν την πλάτη και θα φύγουν (φυσικά η μια επιλογή θα πρέπει να είναι η απελευθέρωσή τους – έτσι θα το εκλάβουν) / κι αν τους κεντρίσεις το ενδιαφέρον; / τότε θα ψεύδεσαι – κατά κάποιον τρόπο: διότι το ενδιαφέρον οφείλει να ανασυσταθεί ως συμφέρον – αργά ή γρήγορα / ο Άγιος όμως δεν έχει αποφασίσει ακόμη αν είναι προτιμότερο να ψεύδεται σε παιδιά ή σε ενήλικες / να μυθοπλάθει ή όχι – και στις δύο περιπτώσεις / εκ τους ασφαλούς; / η ασφάλεια είναι ύποπτη λέξη

/ θα ήθελα να πω ότι είναι άδικο για τον Αντριά Αρντέβολ / θυμήθηκα την επιθετική ευστροφία Ισπανών και Καταλανών – λιγότερο Πορτογάλων / που γνώρισα κάποτε στη Γρανάδα / λες και ο ρυθμός της ομιλίας τους αντανακλά τω όντι έναν φρενήρη ρυθμό στη σύνδεση των πραγμάτων που σκέφτονται / ίσως ήταν η ανυπομονησία μιας γλώσσας που θέλει να προλάβει να πει όσα δεν της επέτρεψαν για περισσότερα από σαράντα χρόνια / ο Ζάουμε Καμπρέ έγραψε ένα περίφημο κείμενο / το Confiteor (εκδ. Πόλις) / με ανάγκασε να ολοκληρώσω το ογκώδες κείμενό του σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα / αναγκάστηκα να περιορίσω την ανάγνωσή μου σε μερικές μόνον σελίδες την ημέρα – από ένα σημείο και μετά ήταν αδύνατο να συνεχίσω / ήταν οδυνηρό / και έπειτα ολοκληρώθηκε / απλά / θα επιμείνω στον ημιτελή χαρακτήρα που ο συγγραφέας απόδωσε στο κείμενό του / σε ένα σύντομο σημείωμα – ευχαριστήριο – μετά το τέλος του κειμένου / είναι παράξενο το συναίσθημα της ανάγνωσης που αναγνωρίζει τον ημιτελή χαρακτήρα της / η κάθαρση είναι αυτή η αναγνώριση – τίποτα άλλο (απελπισία; / φωνές / χειροκρότημα) / όπως εκείνη την ημέρα που απλά σε είδα να φεύγεις, μια πλάτη γυρισμένη – δεν είχε φανταστεί ότι δεν θα τον ξαναδεί / δεν θα τον ξανάβλεπε / κι εκείνο το τηλεφώνημα με την αδέξια φωνή στο άλλο άκρο της… κάποιος δεν ένιωσε καλά και πέθανε / πέθανες / θα ήθελα να πω ότι είναι άδικο – αλλά δεν μπορώ / ούτε και δίκαιο είναι / θα ήθελα, θέλω / κι έπειτα απλά ολοκληρώθηκε / εννοώ μόνον ότι ο χρόνος εξαντλήθηκε – κι εγώ μαζί του / πιο σωστά: εγώ εξαντλήθηκα

μια διαστροφική τελετουργία που κατέχει τη σημειολογία του οικείου όταν μετατρέπεται σε τρόμο ή της ασφάλειας σε ανασφάλεια, είπε όταν η γη έγινε επίπεδη ξανά / το κακό ως τελετουργία / πρόσωπα που κυριαρχούν γνωρίζοντας τη σημειολογία της αισθητικής αντιστροφής της ηθικής από οικειότητα σε τρόμο / η γη γίνεται επίπεδη όταν οι ιδέες κυριαρχούν μιμούμενες ανυπόμονες το τυπικό μόνον της ιεροτελεστίας / ένας παπάς γονατισμένος μάρτυρας για τη δική του πίστη και ένας πιστός όρθιος μάρτυρας για τη δική του / νομίζω σωθήκαν και οι δύο, είπε / σημειολογικά μιλώντας / κι αυτά τα πρόσωπα που παίζουν με τα σημεία και τις εικόνες καθημερινά / αυτοί δεν είναι οι ανώνυμοι προσκυνητές ή καλλιτέχνες / είναι κενά κουφάρια μιας ματαιοδοξίας και ενός υπέρτατου εγωισμού που στοχεύει στην απόλυτη σωτηρία του εαυτού τους / εκεί / και στον απόλυτο έλεγχο / εδώ / ποιο συναίσθημα γεννά η διπλή χολή της πίστης και της κυριαρχίας; / τα παρατάω / είπε / η γη είναι επίπεδη (κι ο θεός τόσο μεγάλος όσο τον κάνεις εσύ… ευτυχώς που δεν πιστεύω / αν και θα ήθελες, είπε, παραδέξου το / σωπαίνει  / να το εκλάβω ως κατάφαση;)

η γη ξαναγίνεται επίπεδη / δεν ήταν πάντα έτσι / ή πιο σωστά / η γη μετασχηματίζεται / επίπεδη / σφαίρα / κόκκος άμμου / ακίνητη / κινούμενη / άλλοτε ακινητοποιείται διότι όλοι ξέρουν ότι η γη δεν γυρίζει / κι άλλοτε πάλι / κάποιοι ισχυρίζονται ότι γυρίζει / αν γυρίζει τότε θα πρέπει να είναι δίσκος / χωρίς αυλακώσεις μάλλον / ή / κάποιοι πάλι: με αυλακώσεις / και τι ήχο θα βγάζει ένας δίσκος σαν τη γη; / εντάξει / η γη έχει ξαναγίνει επίπεδη / όλο και πιο πολλοί μοιάζει να το αποδέχονται πια / κι εσύ, Άγιε, είσαι αιρετικός αν επιμένεις να περπατάς στα μονοπάτια ενός αποτεφρωμένου δάσους, διότι, όλοι υποπτεύονται πια, ότι στην άκρη της γης, το γκρέμι θα τσακίσει το κορμί σου – αν και εύχονται να τσακίσει το πνεύμα σου / δεν μπορείς όμως να πιστεύεις ότι η γη είναι επίπεδη / όχι / δεν μπορεί η γη να είναι επίπεδη και εσύ να αποδέχεσαι τον θάνατο / ο θεός θα τσακίσει το πνεύμα σου αιρετικέ ή πάλι, θα αποθεώσει τη μνήμη σου / ποιος; / χάθηκε ο Άγιος ανάμεσα στα τελευταία δέντρα που είχαν απομείνει στο αποτεφρωμένο δάσος / πίσω από εκείνα τα δέντρα όμως είναι το γκρέμι / στα τσακίδια λοιπόν / τον καιρό που η γη ξανάγινε επίπεδη ο Άγιος τσάκισε το σώμα του όταν έφτασε στην άκρη της / όσο για το πνεύμα του…

ΥΓ. με έντονη επισήμανση η λογοκλοπή

(λογοκλοπή / ιδεοκλοπή από: Καμπρέ, Confiteor)

«όσο πιο πολύ βυθίζεσαι στην αφαίρεση τόσο πιο πολύ αγαπάς τους ανθρώπους (για αυτό μπορείς και τους εξοντώνεις) / όσο πιο πολύ βυθίζεσαι στον συγκεκριμένο άνθρωπο τόσο πιο πολύ μισείς τους ανθρώπους (για αυτό μπορείς και τους υπομένεις)» είπε ο Άγιος /

‘όσο πιο πολύ βυθίζεσαι στην αφαίρεση τόσο πιο πολύ ανθρώπινος γίνεσαι (για αυτό μπορείς και πεθαίνεις) / όσο πιο πολύ βυθίζεσαι στον συγκεκριμένο άνθρωπο τόσο πιο πολύ φοβάσαι τον θάνατο (για αυτό και δεν μπορείς να πεθάνεις)’ είπε ο Κραπ /

– πεθαίνοντας στο ενδιάμεσο ή ως δαίμονας / ψιθυρίζει ο Νομάδας (ούτε αφαίρεση / ούτε καθ’ έκαστο // και αφαίρεση και καθ’ έκαστο)

σώπασε ο Ανελικτής και είδε πόσο περιττή είναι η σημασία στην εποχή της εμπειρίας (πόσο επείγουσα έχει καταστεί)

 

πώς να ξεστομίσει ότι πεθαίνει, όταν όλοι – προφανώς – πεθαίνουν;

πώς να ξεστομίσει ότι ξαστοχεί, όταν είναι φανερό: όλοι ξαστοχούν

πώς να ξεστομίσει ότι πεθαίνει όταν έχουνε πεθάνει / όταν είναι πια νεκροί

καμιά παραμυθία στις μαρτυρίες / ή και στους μάρτυρες

πεθαίνοντας ξανά και ξανά, έως ότου κείται πια άπνοος / αυτό

σφαλίζοντας τα μάτια του, συντρίβεται κι ο κόσμος (της μονάδας) / αλλά συντρίβεται παρόλα αυτά

και πώς παρηγορεί αυτό;

θα πάψει και θα ζήσει πεθαίνοντας / εκκωφαντικά σιωπώντας (προτού σιωπήσει οριστικά) /

αυτό δεν πρέπει να γίνει;