Archive for the ‘λοξογοτεχνία’ Category

θέλω να φωτογραφηθώ με τα χέρια σταυρωμένα, δυναμικά να αγκαλιάζουν το ένα το άλλο και το βλέμμα αποφασιστικό να ατενίζει εσένα, το μέλλον, εμένα, αδιόρατο αλλά συνάμα αποπνέοντας ασφάλεια, ενώ θα αυξάνεται ο αριθμός των προσώπων με στόμα ανοικτό να με κοιτάζουν ή να αντιδράνε, όπως θέλετε και όπως αγαπάτε, γιατί αυτή είναι η αλήθεια και το κάλος μου το φυσικό (και ο κάλος μου ο φυσικός)… γιατί αληθινά ζηλεύω που δεν μπορώ να φωτογραφηθώ και να ανεβάσω ή να ανεβώ ώστε να δεις το κάλος και τον κάλο μου τον φυσικό… βεβαίως εγώ έχω προτιμήσει να ακτινοβολώ / ψώνιο κι αυτό… ψώνιο… κι αυτό

(είσαι κακός κύριε Aufheber, ψιθύρισε ο Κραπ / ‘ζηλεύω… αυτό είναι όλο… ζηλεύω’ ψέλλισε ο Aufheber και έφυγε με την ουρά στα σκέλια / κι εγώ… σκέφτηκε ο Κραπ και αποκοιμήθηκε στη ζεστασιά των ανθρώπινων εκκρίσεων που είχαν πια γεμίσει με σκατά το κεφάλι του / ή αποκρίσεων – απεκκρίσεων συμπλήρωσε ο Άγιος και χάθηκε μέσα στη σκοτεινή ημέρα, κατευθυνόμενος προς τον λαμπρό ήλιο – είχε πια μεσημεριάσει και πεινούσε)

ο Κραπ δεν ταυτίζεται / αφομοιώνεται / εξαφανίζεται / και όταν αναδύεται, συνήθως, μονολογεί παρατηρώντας όλα όσα έκανε και είπε / ξέρει ότι πεθαίνει / αλλά αυτό δεν κάνουν όλοι; / επιπλέον: αυτός το κάνει καλύτερα από τους άλλους / διότι ξέρει / ότι πεθαίνει / ο Κραπ μεταμορφώθηκε σε Πατ και τώρα σε Αντρέας / ο κύριος Κραπ – είπαμε – αφομοιώνεται / εξαφανίζεται και μεταμορφώνεται / είναι μέρος της τελετής ενός πεθαίνοντας / ο κύριος Κραπ / κι έπειτα απλά γκρινιάζει / αυτό δεν κάνουν όλοι; / όχι όλοι: μόνον οι ηττημένοι / τι δουλειά έχουν οι ηττημένοι ανάμεσα στους ζωντανούς; / τι δουλειά έχει πια η λογοτεχνία;

ο κύριος Χ είπε: ‘στα πλέον ανεκτικά περιβάλλοντα ανθήσανε οι πλέον φοβισμένοι άνθρωποι και η ελευθερία χάθηκε με τη συγκατάθεσή τους’… ‘αλλά, προφανώς’ συμπλήρωσε ‘στα πλέον ανελεύθερα περιβάλλοντα ανθούν οι ελεύθεροι άνθρωποι’… ‘μόνο όταν δεν τους προλαβαίνουν οι σφαίρες’ έσπευσε να διορθώσει ο κύριος Ε… ‘η συγκατάθεση είναι η πιο τρανή απόδειξη της ελευθερίας’ είπε ο κύριος Γ: ‘συγκατατίθεμαι στην εκχώρηση της ελευθερίας μου’… ‘αμελείτε την ελευθερία στις επιλογές’ μουρμούρισε ο κύριος Κ, ‘αρκούν αυτές’ γέλασε χαιρέκακα ο κύριος Ε, ‘φτάνει να μπορείς να τις πληρώσεις’ συμπλήρωσε εσπευσμένα… ‘ναι, και τώρα είναι η στιγμή ίσως να ρωτήσουμε: Πώς εννοείς εσύ δηλαδή την ελευθερία;’ μίλησε ο κύριος Λ και όλοι σώπασαν… ο κύριος Λ θέλει πάντοτε να έχει τον τελευταίο Λόγο – αλλά μπορεί;

ο κύριος Ύψιλον, η αλήθεια είναι ότι είναι λίγο τεμπέλης – αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν εργάζεται (απλά δεν έχει διάθεση κάθε μέρα) / από αυτήν την άποψη ο κύριος Ύψιλον είναι τυχερός διότι εργάζεται ως δημόσιος υπάλληλος / φυσικά ο κύριος Ύψιλον χρειάζεται μερικές φορές να προσποιηθεί ότι ενδιαφέρεται για την εργασία του / ότι συμμερίζεται τη δυσκολία / ότι συμπάσχει (;) / μερικές φορές η αλήθεια είναι ότι τον διαλύει η εργασία του / αλλά συχνά μπορεί απλά να προσποιείται / αλλά είναι τυχερός: δεν χρειάζεται να λέει ψέματα (ούτε καν στον εαυτό του – όχι πάντα τουλάχιστον) / αυτή είναι η παράδοξη θέση στην οποία βρέθηκε ο κύριος Ύψιλον: δεν χρειάζεται να λέει ψέματα / ο κύριος Ωμέγα αντίθετα εργάζεται στον ιδιωτικό χώρο / και η αλήθεια είναι ότι είναι πιο άτυχος από τον κύριο Ύψιλον διότι συχνά πρέπει να λέει ότι του αρέσει η εργασία του – βεβαίως συχνά του αρέσει / συχνά ο κύριος Ωμέγα εφευρίσκει προβλήματα / άρα ανάγκες / ανάμεσα στα προβλήματα και τις ανάγκες παρεισφρέει ο κύριος Ωμέγα και εξασφαλίζει χρήματα / συχνά βεβαίως ο κύριος Ωμέγα χρειάζεται να λέει ψέματα / να μεγαλοποιεί / να παραπλανά / έτσι: να επιλύει / φυσικά με το αντίστοιχο αντίτιμο / αλλά κάπως δεν πρέπει να ζήσει ο κύριος Ωμέγα; / θα ήθελε να είναι τεμπέλης σαν τον κύριο Ύψιλον (λίγο: είπα λίγο) / έστω / θα ήθελε να είναι λίγο τεμπέλης σαν τον κύριο Ύψιλον / αλλά δεν θα ήταν σωστό / δεν θα ένιωθε ότι είναι σωστό

είπε ο κύριος Γκονσάλες ότι »ο Ντίλαν είναι λίγο σαν τον Βιτγκενστάιν ο οποίος λέει πάντα τα ίδια πράγματα. Ετσι κι αυτός λέει πάντα το ίδιο τραγούδι αλλά ο καθένας ακούει κάτι διαφορετικό» / και πρόσθεσε: »το βρίσκω εξαιρετικό» / και είναι / όμως πολύ φοβάμαι ότι ο κύριος Ντίλαν ή ο κύριος Βιτγκενστάιν λέει πάντα το ίδιο γιατί βλέπουμε γραμμένο ή ακούμε ηχογραφημένο πάντα το ίδιο / είμαι σίγουρος ότι ο κύριος Ντίλαν κάθε φορά σκέφτεται κι αυτός κάτι διαφορετικό ή νιώθει κάτι διαφορετικό / είμαι επίσης σίγουρος ότι ο κ. Βιτγκενστάιν σκεφτόταν πάντοτε κάτι διαφορετικό ή ένιωθε κάτι διαφορετικό κάθε φορά που έλεγε το ίδιο / είπε ο κύριος Χ, ρύθμισε το ρολόι του να δείχνει 11:38 και αποφάσισε να αποχωρήσει από την ομήγυρη με το βλέμμα του να σουλατσάρει / ο κύριος Χ ξέρει ότι οι γραμμές μένουν ακίνητες ή διοχετεύουν πάντοτε τον ίδιο ήχο εκτός κι αν μπορείς να τις κάνεις να κινηθούν / είπε ο κύριος Χ και με χαιρέτησε / πριν φύγει είπε: πρέπει να μάθεις να ξεκολλάς τις σκιές από τις λέξεις και τους ήχους / κι έφυγε: το ρολόι έδειξε 12:08 /

(Το απόσπασμα από τον Ταβάρες είναι από Εδώ)

κάθε μέρα ο κύριος Χ σουλατσάρει στην ανήλιαγη πλευρά της μικρής οδού πλησίον της παιδικής χαράς… κάθε μέρα στις 11:45 ακριβώς / σταματάει, στρέφει το κεφάλι του και με κοιτάζει καθώς περνάω κάθε μέρα από την ανήλιαγη πλευρά της μικρής οδού πλησίον της παιδικής χαράς… κάθε μέρα στις 11:45 ακριβώς… δύο κυρίες που κάθονται στο παγκάκι μπροστά από την εκκλησία περιμένουν και όταν φανούμε στον ορίζοντα ρυθμίζουν τα ρολόγια τους / η μία το ρυθμίζει σύμφωνα με τον κύριο Χ και η άλλη με εμένα / υποθέτω ότι τα ρολόγια τους δείχνουν την ίδια ώρα ή περίπου / εξαρτάται / αν και συνήθως περιμένουν με το κεφάλι σε όρθια θέση και τα χέρια τους σε ετοιμότητα / το ένα σε έκταση και το άλλο σε αναμονή προκειμένου να ρυθμίσει την ώρα / κάθε μέρα / την ίδια ώρα / δεκαπέντε λεπτά προτού σημάνει η καμπάνα της εκκλησίας / δεν είμαι σίγουρος αν και αυτή ρυθμίζει τον κτύπο της σε σχέση με τον κύριο Χ ή με εμένα ή με τις κυρίες / θα έπρεπε / είμαστε συνεπείς και ακριβέστατοι στην ώρα μας

/ θα ήθελα να πω ότι είναι άδικο για τον Αντριά Αρντέβολ / θυμήθηκα την επιθετική ευστροφία Ισπανών και Καταλανών – λιγότερο Πορτογάλων / που γνώρισα κάποτε στη Γρανάδα / λες και ο ρυθμός της ομιλίας τους αντανακλά τω όντι έναν φρενήρη ρυθμό στη σύνδεση των πραγμάτων που σκέφτονται / ίσως ήταν η ανυπομονησία μιας γλώσσας που θέλει να προλάβει να πει όσα δεν της επέτρεψαν για περισσότερα από σαράντα χρόνια / ο Ζάουμε Καμπρέ έγραψε ένα περίφημο κείμενο / το Confiteor (εκδ. Πόλις) / με ανάγκασε να ολοκληρώσω το ογκώδες κείμενό του σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα / αναγκάστηκα να περιορίσω την ανάγνωσή μου σε μερικές μόνον σελίδες την ημέρα – από ένα σημείο και μετά ήταν αδύνατο να συνεχίσω / ήταν οδυνηρό / και έπειτα ολοκληρώθηκε / απλά / θα επιμείνω στον ημιτελή χαρακτήρα που ο συγγραφέας απόδωσε στο κείμενό του / σε ένα σύντομο σημείωμα – ευχαριστήριο – μετά το τέλος του κειμένου / είναι παράξενο το συναίσθημα της ανάγνωσης που αναγνωρίζει τον ημιτελή χαρακτήρα της / η κάθαρση είναι αυτή η αναγνώριση – τίποτα άλλο (απελπισία; / φωνές / χειροκρότημα) / όπως εκείνη την ημέρα που απλά σε είδα να φεύγεις, μια πλάτη γυρισμένη – δεν είχε φανταστεί ότι δεν θα τον ξαναδεί / δεν θα τον ξανάβλεπε / κι εκείνο το τηλεφώνημα με την αδέξια φωνή στο άλλο άκρο της… κάποιος δεν ένιωσε καλά και πέθανε / πέθανες / θα ήθελα να πω ότι είναι άδικο – αλλά δεν μπορώ / ούτε και δίκαιο είναι / θα ήθελα, θέλω / κι έπειτα απλά ολοκληρώθηκε / εννοώ μόνον ότι ο χρόνος εξαντλήθηκε – κι εγώ μαζί του / πιο σωστά: εγώ εξαντλήθηκα

μια διαστροφική τελετουργία που κατέχει τη σημειολογία του οικείου όταν μετατρέπεται σε τρόμο ή της ασφάλειας σε ανασφάλεια, είπε όταν η γη έγινε επίπεδη ξανά / το κακό ως τελετουργία / πρόσωπα που κυριαρχούν γνωρίζοντας τη σημειολογία της αισθητικής αντιστροφής της ηθικής από οικειότητα σε τρόμο / η γη γίνεται επίπεδη όταν οι ιδέες κυριαρχούν μιμούμενες ανυπόμονες το τυπικό μόνον της ιεροτελεστίας / ένας παπάς γονατισμένος μάρτυρας για τη δική του πίστη και ένας πιστός όρθιος μάρτυρας για τη δική του / νομίζω σωθήκαν και οι δύο, είπε / σημειολογικά μιλώντας / κι αυτά τα πρόσωπα που παίζουν με τα σημεία και τις εικόνες καθημερινά / αυτοί δεν είναι οι ανώνυμοι προσκυνητές ή καλλιτέχνες / είναι κενά κουφάρια μιας ματαιοδοξίας και ενός υπέρτατου εγωισμού που στοχεύει στην απόλυτη σωτηρία του εαυτού τους / εκεί / και στον απόλυτο έλεγχο / εδώ / ποιο συναίσθημα γεννά η διπλή χολή της πίστης και της κυριαρχίας; / τα παρατάω / είπε / η γη είναι επίπεδη (κι ο θεός τόσο μεγάλος όσο τον κάνεις εσύ… ευτυχώς που δεν πιστεύω / αν και θα ήθελες, είπε, παραδέξου το / σωπαίνει  / να το εκλάβω ως κατάφαση;)

η γη ξαναγίνεται επίπεδη / δεν ήταν πάντα έτσι / ή πιο σωστά / η γη μετασχηματίζεται / επίπεδη / σφαίρα / κόκκος άμμου / ακίνητη / κινούμενη / άλλοτε ακινητοποιείται διότι όλοι ξέρουν ότι η γη δεν γυρίζει / κι άλλοτε πάλι / κάποιοι ισχυρίζονται ότι γυρίζει / αν γυρίζει τότε θα πρέπει να είναι δίσκος / χωρίς αυλακώσεις μάλλον / ή / κάποιοι πάλι: με αυλακώσεις / και τι ήχο θα βγάζει ένας δίσκος σαν τη γη; / εντάξει / η γη έχει ξαναγίνει επίπεδη / όλο και πιο πολλοί μοιάζει να το αποδέχονται πια / κι εσύ, Άγιε, είσαι αιρετικός αν επιμένεις να περπατάς στα μονοπάτια ενός αποτεφρωμένου δάσους, διότι, όλοι υποπτεύονται πια, ότι στην άκρη της γης, το γκρέμι θα τσακίσει το κορμί σου – αν και εύχονται να τσακίσει το πνεύμα σου / δεν μπορείς όμως να πιστεύεις ότι η γη είναι επίπεδη / όχι / δεν μπορεί η γη να είναι επίπεδη και εσύ να αποδέχεσαι τον θάνατο / ο θεός θα τσακίσει το πνεύμα σου αιρετικέ ή πάλι, θα αποθεώσει τη μνήμη σου / ποιος; / χάθηκε ο Άγιος ανάμεσα στα τελευταία δέντρα που είχαν απομείνει στο αποτεφρωμένο δάσος / πίσω από εκείνα τα δέντρα όμως είναι το γκρέμι / στα τσακίδια λοιπόν / τον καιρό που η γη ξανάγινε επίπεδη ο Άγιος τσάκισε το σώμα του όταν έφτασε στην άκρη της / όσο για το πνεύμα του…

ΥΓ. με έντονη επισήμανση η λογοκλοπή

(λογοκλοπή / ιδεοκλοπή από: Καμπρέ, Confiteor)

αθροίσαμε τον κόσμο αλλά αυτός μοιάζει να συσσωρεύει μόνο σκουπίδια / αθροίσαμε τους ανθρώπους αλλά αυτοί μοιάζουν αναντίστοιχοι με τις μονάδες τους / αθροίσαμε το καλό και αυτό παρήγαγε κακό / αντίστοιχα: αθροίσαμε το κακό κι αυτό προκάλεσε καλό / αθροίσαμε τα εναπομείναντα κέρματά μας – κι αυτά ήταν λίγα / αθροίσαμε τα κέρματα και είδαμε ότι ήταν μάλλον λίγα – αλλά εξακολουθούσαμε να γελάμε / αθροίσαμε ξανά και είδαμε ότι είχαμε περισσότερα / σταματήσαμε να γελάμε / αθροίσαμε τη δυστυχία και μεταμορφώθηκε σε ευτυχία / και το αντίστροφο: αθροίσαμε την ευτυχία και φοβηθήκαμε / στη θέση της συνάθροισης τοποθετήσαμε τη συνάρθρωση / δεν είχε πια αριθμούς / σύντομα τα αρχεία λιμοκτόνησαν / σταματήσαμε να συναρθρώνουμε και σκεφτήκαμε να καταμετρήσουμε τα μέλη της συνάρθρωσης / να καταμετρήσουμε ποιοι συμφωνούν και ποιοι διαφωνούν / αρχίσαμε να καταγράφουμε ξανά /  χάριν ευκολίας / καταγράψαμε / συναθροίσαμε ξανά / συναθροίζουμε από τότε / καταλογραφούμε / γνωρίζουμε τη θέση των πραγμάτων αλλά δεν γνωρίζουμε τη θέση τους / φοβηθήκαμε ότι αν μετακινήσουμε τα πράγματα τότε αυτά θα χαθούν / τότε αυτά θα αλλάξουν / μερικές φορές έρχεται στη βιβλιοθήκη των αρχείων κάποιος που ενώ μοιάζει να δανείζεται και να επανατοποθετεί τα πράγματα στη σωστή τους θέση εντούτοις αλλάζει τη σημασία τους / αθροίσαμε τα πράγματα αλλά αυτά μεταμορφώνονται διαρκώς