Archive for the ‘αγρυπνία (Nachtgottestdienst / wake)’ Category

μην έχοντας έννοιες για τα πράγματα (δεν θα πω λέξεις) τα πράγματα δεν ριζώνουν πουθενά – μένουν μετέωρα… αιωρούνται ως εντυπώσεις / τίποτα: μέχρι εκεί: εντυπώσεις που ελπίζεις ότι θα ξεθωριάσουν… η μνήμη δεν είναι παραπονεμένα λόγια, ένα αφελές αστόχαστο θυμικό που δεν είναι βέβαιο γιατί ή είναι βέβαιο ότι είναι απλά θύμα… τίποτα / όταν όμως χρησιμοποιείς τις λέξεις με έναν τρόπο τότε ορίζεις και το αντικείμενο – διάολε: δεν μπορείς να λες ‘σύνταγμα’ και να εννοείς οτιδήποτε ή πάλι ‘ευθύνη’ και να συνεχίζεις όπως πριν ή ίσως: ‘νόμος’ και να σκέφτεσαι λεπτομέρειες – διάολε: είναι συστατικές έννοιες της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας / συστατικές / δηλαδή ιδρύουν μια κοινοβουλευτική δημοκρατία / λεπτομέρειες θα πεις / όχι: όροι εκ των ουκ άνευ θα πω εγώ / γιατί; / διότι αν δεν εννοείς ό,τι εννοεί η πολιτική επιστήμη με τους όρους αυτούς τότε, ακόμη και εκλεγμένος πρωθυπουργός να είσαι, δεν έχεις καμία έννοια περί των πραγμάτων στον δημόσιο βίο που ονομάζουμε κοινοβουλευτική δημοκρατία / είναι σοβαρό: μπορείς να διαφωνήσεις με το πολίτευμα / μπορείς / αλλά άπαξ και ενσωματωθείς θα πρέπει να παίξεις το παιχνίδι με κάποιους βασικούς όρους / όχι τους όρους του / βασικοί όροι ή κανόνες σημαίνει σκελετός / σκαρίφημα / θεμέλιο / πες το όπως θες: είναι οι πυλώνες πάνω στους οποίους παίζεις / η γη που πατάς / τόσο απλά / αλλά εδώ οι άνθρωποι, συνηθισμένοι στην απλοποίηση της γλώσσας, έχουν αφαιρέσει κάθε έννοια από τις λέξεις / ο νομιναλισμός αυτός δεν είναι φιλοσοφικός: είναι απλά μοντέρνος ή μετά-μοντέρνος ή πρωτόγονος / δίχως μνήμη / η μνήμη δεν είναι οι στιγμές και οι φωτογραφίες, οι εντυπώσεις, τα πράγματα που βλέπεις στις ειδήσεις / η μνήμη είναι οι ρίζες των λέξεων / όχι των παραπόνων / η έκπτωση της γλώσσας είναι η διάλυση της έννοιας / πότε φτάσαμε να υπερασπιζόμαστε την έννοια; / αλλά μοιάζει αυτονόητο: Παραιτήσου / δεν είναι λαϊκή συνέλευση εδώ: αν ήταν θα σε είχανε λιντσάρει, κι εσένα και τον υπουργό σου / αναφέρομαι στη λαϊκή συνέλευση διότι αυτή είναι η έννοια περί δημοκρατίας ή συμμετοχής ή ακτιβισμού που κομίζεις / το κοινό αισθητήριο (σαν πρακτική ή έθος / sensus communis) όμως της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας δεν επιτρέπει στην πρακτική του λαϊκές συνελεύσεις / τυχεροί είστε διότι με τους όρους που θέλετε να παίξετε θα είχατε άλλη μοίρα αν παιζόταν το παιχνίδι έτσι όπως θέλατε ή καλύτερα, λέγατε εσείς / ούτε καν αυτό δεν θελήσατε: την ανατροπή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας υπέρ της άμεσης ή όπως αλλιώς σκατά θέλετε να ονομάσετε το έκτρωμά σας

Advertisements

φευγαλέα / περνούν / από μπροστά / ‘όταν είχα φτιάξει από ξύλο τον χαρταετό μου είχε σπάσει προτού πετάξει / ή καθώς πετούσε / επέμεινα / απλά ήθελα να επιμείνω / με κοιτούσες εσύ [;] / ίσως / τη δεύτερη φορά είπα κάτι όπως: »θέλει ζύγι» / εννοούσα πως έπρεπε να ισορροπήσω τα αφτιά του / κι αυτό έκανα / αυτή τη φορά πέταξε / ήμουνα ήρωας στα μάτια σου / δεν ξέρεις στα σίγουρα αν το σκέφτηκα ποτέ έτσι / έτσι θέλεις να το σκέφτεσαι εσύ τώρα / αλλά είχε πετάξει / έπειτα αποσύρθηκα / παίξαμε λίγη μπάλα κι έφυγα’ / φευγαλέα οι εικόνες διαδέχονται βουβές ή με θόρυβο [παράσιτα] / τελευταία θυμάμαι τη φωνή σου καλύτερα / μόνον να λέει το όνομά μου / φευγαλέα / τέτοια ήταν η σημερινή μου μέρα /

«Κάποια στιγμή το καλοκαίρι του 1945 η Μπουένα Σαρφατή βγήκε από το σπίτι της. Εβραία, τριάντα ετών, Σαλονικιά πάππο προς πάππο, η Μπουένα είχε μόλις γυρίσει στη Θεσσαλονίκη έχοντας διαφύγει στο βουνό, πολεμώντας αρχικά με τον ΕΔΕΣ, μετά με το ΕΑΜ και, τελικά, δραπετεύοντας στην Παλαιστίνη. Ο αδερφός της Ελιάου, η αδερφή της Ρεγγίνα, η εκατοντάχρονη γιαγιά της Μίριαμ και οι θείες της δεν είχαν την ίδια τύχη. Από τα βαγόνι του τρένου που τους μετέφερε στο Άουσβιτς-Μπίρκεναου είδαν για τελευταία φορά την πόλη που αποκαλούσαν “Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων” μιαν ανοιξιάτικη μέρα του 1943. Λίγες ώρες μετά την άφιξή τους οδηγήθηκαν στα κρεματόρια μαζί με άλλες χιλιάδες ομοθρήσκους τους. Η ζωή τους και μαζί η ζωή της εβραϊκής Θεσσαλονίκης, της Θεσσαλονίκης μας, έγιναν στάχτη που σκορπίστηκε στις αφιλόξενες πεδιάδες της Πολωνίας.

» Ηταν οι συγγενείς της Μπουένα “μάρτυρες”; Τους τιμούμε αν τους μνημονεύουμε έτσι; Μας τιμά να τους μνημονεύουμε έτσι; Η σημερινή «Ημέρα Μνήμης των Εβραίων Μαρτύρων και Ηρώων του Ολοκαυτώματος» μας προκαλεί να στοχαστούμε γύρω από το ερώτημα αυτό. Οι συγγενείς της Μπουένα όπως και όλοι οι άλλοι Εβραίοι της Ευρώπης δεν επέλεξαν να μαρτυρήσουν. Δεν επέλεξαν δηλαδή να θυσιάσουν συνειδητά τη ζωή τους για ένα υψηλότερο ιδανικό, τη θρησκευτική τους πίστη ή την ιδεολογία τους. Δεν διάλεξαν τον θάνατο, πολύ απλά γιατί δεν είχαν καν το δικαίωμα αυτής της επιλογής. Και για τον λόγο αυτό δεν τους αξίζει να τους αντιμετωπίζουμε σήμερα σαν άγιους, όλοι εμείς, Χριστιανοί και Ευρωπαίοι, που για αιώνες συχνά τους αντιμετωπίζαμε σαν διαβόλους. Άνθρωποι ήταν και αυτό ζητούσαν να είναι.

» Κάποιοι ελάχιστοι, όπως η Μπουένα, γλύτωσαν. Μόλις χίλιοι θεσσαλονικείς Εβραίοι από τους 45 –και βάλε– χιλιάδες. Γλύτωσαν την εκτόπιση, το Άουσβιτς, την πορεία θανάτου, τα στρατόπεδα εργασίας. Γλύτωσαν γιατί άντεξαν την ανείπωτη βία, τους εξευτελισμούς, τα ιατρικά πειράματα, τους βιασμούς. Και αφού γλύτωσαν, επέστρεψαν στη γενέθλια πόλη. Ως ήρωες; Κάθε άλλο. Εβραίοι που είχαν διαφύγει στο βουνό, είχαν κρυφτεί στις πόλεις, ή αποδράσει στην Παλαιστίνη, αντιμετώπισαν όσους και όσες επέστρεφαν από τα στρατόπεδα ως προδότες, συνεργάτες των Γερμανών, τις δε γυναίκες ως πόρνες. Οι Χριστιανοί πάλι, είδαν στους επιζήσαντες “ανεκμετάλλευτα κομμάτια σαπουνιού” κατά την αναφορά αμερικανού δημοσιογράφου, μια απειλή από ένα παρελθόν που δεν έλεγε να πεθάνει. Ήρωες ήταν κατά τον Ελληνικό Βορρά μόνον εκείνοι οι πέντε νεαροί Εβραίοι που αφού πολέμησαν στο Αλβανικό Μέτωπο και επέζησαν στα κρεματόρια, έπεσαν τον Οκτώβριο του 1948 “ηρωϊκώς στις μάχες του Γράμμου και άλλων ορέων, ενώ εμάχοντο κατά των συμμοριτών”.

«Είναι οι εβραϊκές ταφόπλακες που στρώθηκαν μπροστά στο Στρατηγείο και πέριξ του Βασιλικού Θεάτρου, εκείνες που χρησιμοποίησε ο Δήμος Θεσσαλονίκης τον Νοέμβριο του 1948 για την κατασκευή οδών και πεζοδρομίων»

»Για την Μπουένα, μαρτύρια και ηρωισμοί είχαν εξίσου μικρή αξία καθώς προσπαθούσε να μαζέψει τα συντρίμμια και να ξαναχτίσει τη ζωή της από την αρχή. Πώς όμως να ένιωθε όταν ακόμη και οι πιο μικρές απολαύσεις άνοιγαν διάπλατα τα τραύματα του παρελθόντος; Πόσο αβάσταχτος πρέπει να ήταν ο πόνος της όταν ανακάλυπτε ότι το χάρτινο χωνάκι στο οποίο ο Αρμένης πωλητής ξηρών καρπών τής πρόσφερε μια Κυριακή απόγευμα τα αγαπημένα της στραγάλια, αυτό το χάρτινο χωνάκι ήταν στην πραγματικότητα ένα φύλλο χαρτί σκισμένο από την Παλαιά Διαθήκη της οικογένειάς της;

» Το σκισμένο αυτό χαρτί είναι το παρελθόν της Μπουένα, αλλά και το παρελθόν της πόλης μας: ένα παρελθόν που μας καταδιώκει και μας στοιχειώνει. Είναι ένα παρελθόν σιωπηλό, αόρατο, αλλά παρόν. Είναι το μαρμαρόστρωτο προαύλιο του Αγίου Δημητρίου, φτιαγμένο από εκατοντάδες ταφόπλακες από το κατεστραμμένο από Γερμανούς και Έλληνες χριστιανούς υπαλλήλους του Δήμου εβραϊκό νεκροταφείο της πόλης, υλικό «άνευ αξίας» κατά τον επιβλέποντα της αναστύλωσης αρχαιολόγο Στυλιανό Πελεκανίδη. Είναι το Νοσοκομείο Αχέπα και το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο που οικοδομήθηκαν πάνω σε μια από τις σημαντικότερες νεκροπόλεις της Ευρώπης. Είναι οι εβραϊκές ταφόπλακες που στρώθηκαν μπροστά στο Στρατηγείο και πέριξ του Βασιλικού Θεάτρου, εκείνες που χρησιμοποίησε ο Δήμος Θεσσαλονίκης τον Νοέμβριο του 1948 για την κατασκευή οδών και πεζοδρομίων παρά τις έντονες διαμαρτυρίες της ισραηλιτικής κοινότητας. Είναι εκείνες οι ταφόπλακες που στοιβάζονταν σε δημόσια θέα μπροστά στο Λευκό Πύργο και στον περίβολο της Διεθνούς Έκθεσης ακόμη και μέχρι τον Δεκέμβρη του 1948. Είναι η ασημένια τσάντα, οικογενειακό κειμήλιο, που το 1946 η Μπουένα Σαρφατή είδε έκπληκτη να κρατά με στυλ μια χριστιανή οικογενειακή φίλη. Είναι το οικογενειακό χαλί που μια άλλη έκπληκτη Εβραία επιζήσασα αντίκρισε σε σπίτι χριστιανών οικογενειακών φίλων. Είναι το βιβλίο που βρέθηκε τυχαία, μόλις μια δεκαετία πριν, στη βιβλιοθήκη της Φιλοπτώχου Αδελφότητος Ανδρών Θεσσαλονίκης προτού επιστραφεί στο Εβραϊκό Μουσείο, μια πράξη που τιμά την Αδελφότητα.

«Ποιες τελετές έγιναν; Μόνη η κοινότητα, καθημαγμένη και ρακένδυτη πάλευε να ανασυστήσει την ύπαρξή της και να θρηνήσει τους νεκρούς της. Η πόλη, η κοινωνία, η χώρα ολόκληρη, αδιαφόρησαν»

» Ποιοι θρήνησαν το 1945 τους εξαφανισμένους γείτονές τους; Ποια μνημεία στήθηκαν; Ποιες τελετές έγιναν; Μόνη η κοινότητα, καθημαγμένη και ρακένδυτη πάλευε να ανασυστήσει την ύπαρξή της και να θρηνήσει τους νεκρούς της. Η πόλη, η κοινωνία, η χώρα ολόκληρη, αδιαφόρησαν. Κρύφτηκαν πίσω από το δάχτυλό τους. Έκαναν πως δεν ήξεραν τι συνέβη, ποιος το έκανε, ποιος βοήθησε, ποιος προστάτευσε όταν άλλοι, πολλοί γκρέμιζαν, έκαιγαν, έκλεβαν, καταλάμβαναν τον χώρο και τα υπάρχοντα των πολλών απόντων και των λιγοστών παρόντων. Ο θρήνος άλλωστε ήταν ατομικός. Χρειάστηκε να περάσουν είκοσι περίπου χρόνια, να φτάσουμε στο 1962 για να γίνει ένα μνημείο στη μνήμη των θυμάτων. Πού; Μέσα στο νέο εβραϊκό νεκροταφείο, ωσάν το ζήτημα να αφορούσε μόνο συγγενείς και μέλη της εβραϊκής κοινότητας της πόλης.

» Και όταν 35 χρόνια μετά έγινε επιτέλους πραγματικότητα ένα μνημείο σε δημόσιο χώρο, αυτό εξορίστηκε στις παρυφές του κέντρου σε σημείο δυσδιάκριτο. Και όταν το μνημείο αυτό επανατοποθετήθηκε επιτέλους στο φυσικό του χώρο, την Πλατεία Ελευθερίας, περισσότερο υπήρξε έκπληξη παρά ικανοποίηση. Επρεπε να φτάσει το 2004 για να καθιερώσει η Βουλή των Ελλήνων με ψήφισμα ομόφωνα την Ημέρα Μνήμης. Έπρεπε να φτάσει το 2011 για να υπάρξει αντίστοιχη μέρα μνήμης για την πόλη μας και το 2014 για να αποκτήσει το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης μνημείο που αναδεικνύει την καταστροφή του νεκροταφείου. Και ίσως να μην είναι τόσο μακριά η μέρα που θα δούμε μια αντίστοιχη αναθηματική πλάκα στον περίβολο του Αγίου Δημητρίου, στον “Άγιο Δημήτριο των νεκρών Εβραίων”, στο πραγματικό εβραϊκό μαυσωλείο της Θεσσαλονίκης.

» Ο Δήμος Θεσσαλονίκης έχει ολοένα και μεγαλύτερη επίγνωση του βάρους της ιστορίας που η πόλη καλείται να σηκώσει. Τώρα που οι επιζώντες μάς αφήνουν και η σκυτάλη της μνήμης περνά σε όλους και όλες εμάς, ο Δήμος σκοπεύει να συνεχίσει να μετατρέπει τη σιωπή σε λόγο, λόγο παρηγορητικό, αλλά και λόγο θαραλλέο. Επιθυμούμε η ανάπλαση της Πλατείας Ελευθερίας και το Μουσείο του Ολοκαυτώματος να αποτελέσουν το νέο μνημονικό άξονα της πόλης, την αφετηρία και την απόληξη της μεγάλης, πολυπολιτισμικής, χριστιανικής, μουσουλμανικής, και εβραϊκής διαδρομής της Θεσσαλονίκης.

» Η Πλατεία Ελευθερίας είναι ένας χώρος δημοκρατίας, όπου το 1908 όλοι οι Θεσσαλονικείς, Μουσουλμάνοι, Χριστιανοί και Εβραίοι, πανηγύρισαν μαζί την ανακήρυξη του οθωμανικού συντάγματος. Είναι επίσης ένας χώρος ξεριζωμού και προσφυγιάς, το σημείο από όπου αναχωρούσαν το 1922-1923 οι μουσουλμάνοι παλιοί Θεσσαλονικείς και όπου ξεμπάρκαραν οι νέοι, οι Μικρασιάτες και Πόντιοι πρόσφυγες. Και είναι τέλος ένας τόπος μαρτυρίου, δημόσιου εξευτελισμού των θεσσαλονικέων Εβραίων, όπου το Μαύρο Σάββατο της 9ης Ιουλίου 1943 οι Γερμανοί διαπόμπευσαν μπροστά στα μάτια και ελλήνων χριστιανών 9.000 άρρενες Εβραίους.

«Το Ολοκαύτωμα των δικών μας Εβραίων, δοκιμάζει τα όρια της λογικής. Και ο μόνος τρόπος να αναμετρηθούμε μαζί του είναι να αποδεχτούμε ότι θα είναι πάντα κομμάτι αυτού που είμαστε ως Θεσσαλονικείς, Έλληνες και Ευρωπαίοι»

» Είναι ένας τόπος δύσκολος αυτή η πλατεία. Μας υπενθυμίζει ότι το Ολοκαύτωμα στη Θεσσαλονίκη είναι ο πιο βαρύς κρίκος σε μια μακρά αλυσίδα βίας και εξανδραποδισμού. Μας υπενθυμίζει ότι οι Εβραίοι της ήταν αδιάσπαστο κομμάτι ενός πολύχρωμου μωσαϊκού, ότι η «Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων» ήταν ταυτόχρονα και η «Βαβέλ της Μεσογείου». Επιθυμούμε η Πλατεία Ελευθερίας να είναι ένα σημείο όπου οι δύσκολες, τραυματικές μνήμες όλων των κατοίκων αυτής της πόλης δεν θα ανταγωνίζονται η μία την άλλη, αλλά αντίθετα θα συνυπάρχουν αρμονικά: θα συνδιαλέγονται ζωηρά και θα προωθούν μια κουλτούρα συνύπαρξης και αλληλοσεβασμού ώστε η βαριά κληρονομιά του παρελθόντος να μετατραπεί σε εφαλτήριο ενός καλύτερου μέλλοντος. Η νέα Πλατεία Ελευθερίας θα συμβολίζει την περηφάνια όλων των Θεσσαλονικών για την πόλη τους, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της.

» Κάποιες εκατοντάδες μέτρα πιο πέρα, το Μουσείο του Ολοκαυτώματος θα συμβολίζει την ντροπή μας. Για όσα έγιναν, για όσα κάναμε, και κυρίως για όσα δεν μπορέσαμε ή δεν θελήσαμε να κάνουμε, γηγενείς και πρόσφυγες, δεξιοί και αριστεροί κατά και μετά τον πόλεμο. Το Μουσείο είναι μια οφειλή της πόλης αλλά και ένα προσωπικό στοίχημα για μένα. Είναι μια οφειλή στους Εβραίους της, ως θεσσαλονικείς, Έλληνες και Σεφαραδίτες. Το Μουσείο υπερβαίνει την πόλη και την Ελλάδα και επανεγγράφει τη Θεσσαλονίκη ως μητρόπολη των Σεφαραδιτών Εβραίων της Μεσογείου. Φιλοδοξεί να πει την άγνωστη ιστορία του Ολοκαυτώματος των Εβραίων της Μεσογείου και των Βαλκανίων, των σεφαραδιτών Εβραίων της Θεσσαλονίκης και της Κέρκυρας, των Χανίων και της Πάτρας, αλλά και του Βελιγραδίου, των Σκοπίων, του Μοναστηρίου, και του Σαράγεβο, της Τεργέστης και του Λιβόρνο. Ευελπιστεί να μετατρέψει τη σκισμένη σελίδα της Μπουένα Σαρφατή σε ιστορική γνώση. Να αναδείξει μια πτυχή του Ολοκαυτώματος που συχνά παραβλέπεται λόγω της έμφασης στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και με τον τρόπο αυτό να καταστήσει τη Θεσσαλονίκη τόπο μνήμης αλλά και κέντρο έρευνας και μελέτης διεθνούς ακτινοβολίας. Και, τέλος, ευελπιστεί να γίνει ένας χώρος όπου οι πολίτες όλης της γης, ειδικά οι νέοι θα μαθαίνουν τα αποτελέσματα της καταπάτησης των ανθρώπινων δικαιωμάτων.

» Πολλοί μας ρωτούν γιατί. Γιατί αυτή η όψιμη έμφαση στην ιστορία και τη μνήμη των θεσσαλονικιών Εβραίων; Η βεβήλωση του μνημείου του Ολοκαυτώματος μόλις την προηγούμενη Κυριακή και ο εμπρησμός της ιστορικής κατοικίας μιας εβραίας και μουσουλμάνας θεσσαλονικιάς, θα αρκούσαν θαρρώ ως απάντηση. Αλλά, προσωπικά, προτιμώ να απαντήσω παραφράζοντας τον Πρίμο Λέβι. “Εδώ, δεν υπάρχουν γιατί”, του απάντησε ο Γερμανός φρουρός, μόλις ο Λέβι έφθασε στο Άουσβιτς. “Εδώ, δεν υπάρχουν γιατί” θα μπορούσα να απαντήσω και εγώ σε όσους παραξενεύονται με την επιμονή μου. Το Ολοκαύτωμα των Εβραίων της Ευρώπης, το Ολοκαύτωμα των δικών μας Εβραίων, δοκιμάζει τα όρια της λογικής. Και ο μόνος τρόπος να αναμετρηθούμε μαζί του είναι να αποδεχτούμε ότι θα είναι πάντα κομμάτι αυτού που είμαστε ως Θεσσαλονικείς, Έλληνες και Ευρωπαίοι: μια σκισμένη σελίδα γραμμένη σε μια άγνωστη γραφή, μια αλήθεια που περιμένει πάντα την αποκρυπτογράφησή της».

Η ομιλία του δήμαρχου Θεσσαλονίκης του κ. Μπουτάρη για την Ημέρα Μνήμης του Ολοκαυτώματος των Εβραίων

από εδώ: http://www.protagon.gr/epikairotita/44341558648-44341558648

Tim Hecker

MAMMÚT – GLÆÐUR

είναι η απόλυτη αξία του ανθρώπου – η έννοια μιας αξίας που συνεπάγεται αδιαπραγμάτευτα δικαιώματα – ανθρωπομορφισμός; / έχει ενδιαφέρον το παραπάνω λογοπαίγνιο: μοιάζει σαν μέτρο η αξία αυτή στο οποίο οφείλουν όλοι και όλα να προσαρμοστούν / και γιατί είναι απόλυτη η αξία αυτή για τον άνθρωπο και όχι για τα ζώα ή το περιβάλλον; / η αποκαθήλωση του θεού δεν έχει συμβεί ακόμη (τουλάχιστον στη δύση) / η ανατολή φαίνεται να έχει άλλους τρόπους / βάρβαρους; / ίσως / στη θέση της αξίας ίσως θα πρέπει να τοποθετήσουμε τον πόνο, σκέφτεται ο Κραπ και ο Άγιος αντιτείνει: και ο τρόπος που πονάς είναι αξιακά προκαθορισμένος (ή αλλιώς, λέει ο Ludwig, δεν υπάρχει πουθενά ένα ακατέργαστο δεδομένο / ούτε καν στη φύση: μόνον στο χαρτί ως άσκηση… όχι;)…

την καλημέρα μας

περιορίζοντας την αναπαράσταση του κόσμου στο μέτρο, το ζύγι και τον χάρακα φτιάξαμε πρώτα τον εξωσκελετό μας – τα σπίτια και τις πολιτείες μας… τώρα φαίνεται ότι είναι σιγά – σιγά καιρός να φτιάξουμε τον έξω-νου μας χρησιμοποιώντας ξανά το μέτρο, το ζύγι και τον χάρακα – η τεχνολογία είναι ο εξωσκελετός της νόησής μας… γιατί; / απλά επειδή λειτουργεί… όπως και ο σκελετός μας… τελικά δεν επικρατήσαμε επειδή περνούσαμε την ώρα μας αφηγούμενοι ιστορίες ή φτιάχνοντας τις παλάμες μας στους τοίχους των σπηλαίων μας αλλά επειδή μπορούσαμε μάλλον να υπολογίσουμε… οι ιστορίες μας γίνανε στιγμές και αναρτήσεις – αδιάφορες – και ο υπολογισμός μια σκαλωσιά που ελάχιστοι ανεβαίνουν (οι περισσότεροι πασχίζουν να μην πέσουν)… σε κάποιες αίθουσες βέβαια και κάποια αμφιθέατρα και κάποιες παρέες ή κάποιοι γονείς, κάποια βιβλία ή κάποιες εικόνες διηγούνται ακόμη ιστορίες αλλά αυτές μοιάζουν πιο πολύ με κραυγές στην έρημο… διότι τόσο η γη όσο και η φαντασία όταν χαράσσονται ερημώνουνε… ερημώσανε… γιατί; γιατί χάνουνε από τον χώρο τους ή απλά τον χώρο τους… σαν τη γη: έγινε μετόχια και χωράφια… τετράγωνα ως επί το πλείστο… ένα ζώο που κατανοεί αριθμούς και σχήματα… τα υπόλοιπα προς κατανάλωση – ίσως με ένα περίβλημα υψηλού… αλλά κατανάλωση…

πότε αντιλήφθηκες ότι είσαι κομουνιστής;

/ όταν ξεστόμισα ότι πρέπει να είμαστε πάντα με το μέρος των ηττημένων…

ότι είσαι με το μέρος των ηττημένων;

/όχι, όχι… ότι πρέπει πάντα να είμαι με το μέρος των ηττημένων…

κι εσύ ηττημένος;

/πρέπει να παραμείνω ηττημένος…

και πότε αντιλήφθηκες ότι δεν είσαι κομουνιστής;

/ όταν σκέφτηκα ότι παραμένω ηττημένος – όχι δικαιωμένος… καμία δικαίωση… ούτε συμβολική ούτε τίποτα…

ΥΓ. απέναντι στον ρεβιζιονισμό ή στην ορθοδοξία ή πάλι στους νεκρούς του Benjamin απομένει η μόνη δυνατή οδός: η ήττα… ως υπενθύμιση για την τραγική μοίρα του ανθρώπου…

πώς διαχειρίζεσαι την ελευθερία σου; ρώτησε ο Κραπ τον Άγιο / ο Άγιος είπε: ‘δεν είμαι ελεύθερος’ / ακόμη κι όταν δεν σε κοιτάζει κανείς; αντέτεινε ο Κραπ; / ‘το πρόβλημά μου δεν είναι αυτό…  πάντοτε με κοιτάζει κάποιος’ είπε ήρεμα ο Άγιος / άρα δεν είσαι ελεύθερος, είπε ο Κραπ / ‘αυτό σου είπα εξ αρχής’ κούνησε το κεφάλι του ο Άγιος

ο Κραπ δεν ταυτίζεται / αφομοιώνεται / εξαφανίζεται / και όταν αναδύεται, συνήθως, μονολογεί παρατηρώντας όλα όσα έκανε και είπε / ξέρει ότι πεθαίνει / αλλά αυτό δεν κάνουν όλοι; / επιπλέον: αυτός το κάνει καλύτερα από τους άλλους / διότι ξέρει / ότι πεθαίνει / ο Κραπ μεταμορφώθηκε σε Πατ και τώρα σε Αντρέας / ο κύριος Κραπ – είπαμε – αφομοιώνεται / εξαφανίζεται και μεταμορφώνεται / είναι μέρος της τελετής ενός πεθαίνοντας / ο κύριος Κραπ / κι έπειτα απλά γκρινιάζει / αυτό δεν κάνουν όλοι; / όχι όλοι: μόνον οι ηττημένοι / τι δουλειά έχουν οι ηττημένοι ανάμεσα στους ζωντανούς; / τι δουλειά έχει πια η λογοτεχνία;