ανελιξη

ανέλιξη: (χωρίς θετική ή αρνητική σημασία) βαθμιαία και συνεχής αλλαγή, ανάπτυξη ή εξέλιξη: H γραμματολογική και χρονολογική ~ της νεότερης ποίησης. Πολιτιστική / κοινωνική ~. || (φιλοσ.): H θεωρία της ανελίξεως των όντων, ότι η αυτόματη, βαθμιαία και συνεχής εξέλιξη των όντων είναι υπέρτατος φυσικός νόμος (εβολουσιονισμός).
[λόγ. -ση) σημδ. γαλλ. évolution]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s