αλληλεγγύη η [alilen<g>íi] O30 : το ηθικό καθήκον της αλληλοβοήθειας, της υποχρέωσης που έχουν τα μέλη μιας ομάδας να υποστηρίζονται και να ενισχύονται αμοιβαία: O συνδικαλισμός στηρίζεται στην επαγγελματική~. Aπεργούν σε ένδειξη αλληλεγγύης προς τους συναδέλφους τους που διώκονται. || (επέκτ.) συμπαράσταση: O λαός έδειξε την ~ του στους πρόσφυγες. [λόγ. < ελνστ. ἀλληλεγγύη `αμοιβαία εγγύηση΄ σημδ. γαλλ. solidarité]
ΥΓ. δίχως σώματα όμως; τουλάχιστον , χέρια;