Ο κήρυκας είπε, αυτή δεν είναι η νέα εποχή, αυτή είναι η αρχή του τέλους της παλιάς εποχής – αλλά ο κήρυκας συνήθως δεν μιλάει
Και ο κήρυκας είπε, η επανάσταση μπορεί να περιμένει, και η ανάσταση αναμονή είναι, και τα δύο πίστη – αλλά ο κήρυκας συνήθως δεν μιλάει.
Και ο κήρυκας είπε, ο χρόνος υποτάσσει το παν και ο τρόπος που ο χρόνος υποτάσσει είναι ο Νόμος – αλλά ο κήρυκας συνήθως δεν μιλάει.
Και ο κήρυκας είπε, ο νόμος είναι η συνέπεια του χρόνου, σε αυτό υποτάσσεται το παν – αλλά ο κήρυκας συνήθως δεν μιλάει.
Ο κήρυκας είπε, το σημείο κορεσμού είναι το σημείο της διάρρηξης και είδα να ξεχύνεται η συνέπεια του νόμου και ο νόμος της συνέπειας και τα κτυπήματά του ήταν αργά αλλά βίαια, είπε ο κήρυκας αν και ο κήρυκας συνήθως δεν μιλάει.
Και ο κήρυκας είπε, τη Δευτέρα θα πίνω στην υγεία του παιδιού που δεν συναντώ πια συχνά – αλλά ο κήρυκας συνήθως δεν μιλάει.
Και ο κήρυκας είπε, στην γειτονιά βλέπω μία πουτάνα που δεν μπορώ παρά να την μιλάω αργά κάθε νύχτα που περπατώ – αλλά ο κήρυκας συνήθως δεν μιλάει.
Και ο κήρυκας είπε, δεν θέλω να την γαμήσω, δεν έχει σημασία, μιλάμε μόνο, με ρώτησε αν θα ήθελα να την γαμήσω, δωρεάν, αλλά της λέω, δεν έχει αξία έτσι, με κοιτάζει μπερδεμένη, και της λέω, αυτό, αυτό το βλέμμα έχει σημασία – αλλά ο κήρυκας συνήθως δεν μιλάει.
Ο κήρυκας είπε, του προσφέρω ένα ποτήρι κρασί, έξω στην παγωνιά, και δεν μιλάμε, πια, δεν ανταλλάσσουμε καν ματιές, πίνουμε κι ένα δεύτερο ποτήρι, δεν τον είδα άλλο, είναι νεκρός, στην υγειά του λοιπόν – αλλά ο κήρυκας συνήθως δεν μιλάει.
Και ο κήρυκας είπε, δεν έχω χρήματα να προσφέρω, δεν έχω δώρα, δεν έχω καν πρόχειρες τις λέξεις – αλλά ο κήρυκας συνήθως δεν μιλάει.
Μία ασκητική μορφή που συναντώ κάθε νύχτα μέσα στο προαύλιο της εκκλησίας, ανοίγω ένα μπουκάλι κρασί και πίνουμε, αμίλητοι, σαν μαλωμένοι από χρόνια, σαν ερωτευμένοι από αιώνες, του δείχνω τη φωτογραφία που είχαμε τραβήξει όταν ήταν ακόμη νέος, εγώ δεν έχω γεράσει, ούτε κι αυτός, έχασε απλώς τη μορφή του, αλλά αυτό ήθελε από πάντοτε.
Και ο κήρυκας είπε, τα γεράματα είναι η οριστική απώλεια της μορφής – αλλά ο κήρυκας συνήθως δεν μιλάει.
Είπε, συνάντησα το νόμο του χρόνου, την συνέπεια, και ο κήρυκας μίλησε: συνάντησα τις καθημερινές του ασχολίες, τίποτα σπουδαίο, προπαγάνδα ήταν και του το είπα, το γνωρίζει, δεν έχει άλλο τρόπο, ίσως αργότερα, ίσως κάποτε, το γνωρίζω, δεν μιλάμε συχνά, μόνο στο δρόμο, δεν είναι πλατύς ο δρόμος, για αυτό και λέμε λίγα, πού να χωρέσουν όλες οι λέξεις της σκέψης, πάντοτε κουβαλάω ένα φλασκί κρασί και του προσφέρω, περπατάμε, ξεστρατίσαμε, ξεστρατίζουμε πάντα, σύντομα νυχτώνει και απλά αφανιζόμαστε, προσλαμβάνουμε τη μορφή του χρόνου, δεν γερνάω ποτέ, δεν γέρασε ξανά, είναι νεκρός, εγώ ακόμη περπατάω, θυμάμαι ότι κάποτε του είχα εξηγήσει ότι όλα είναι εντυπώσεις, προπαγάνδα με διόρθωσε, σωστά, αλλά δεν το παραδέχτηκα ποτέ, εγώ τον πυροβόλησα, δεν ήταν όμως η μορφή του, αλλά πάλι, δεν είχε και μορφή, δεν είχα όπλο, τις λέξεις του απευθύνω, αυτό ήταν δύσκολο, να απευθύνω, τότε μίλησα και αμέσως κατανόησα ότι δεν έπρεπε να έχω μιλήσει, σπάζω την σιωπή που λέει περισσότερα, αλήθεια
Και ο κήρυκας μίλησε και μετά σώπασε και βυθίστηκε στη λήθη – αλλά εγώ τον θυμάμαι.
Και ο κήρυκας απομακρύνθηκε, ή έτσι άκουσα να λένε οι μεγαλύτεροι, θα επιστρέψει, ίσως επιστρέψει, ο κήρυκας λέει: …