
鹿 (lù)
20/10/09
σκεφτόμουν πώς αρχίζεις σιγά – σιγά και συγκροτείς το μοναδικό σημείο που αναγνωρίζω ως το οικείο μου (μοναδικό όπως και η μητέρα σου που στα πρόσωπα των αγνώστων, σε αυτό το χάος της α΄διαφοράς εξαίφνης διακρίνεται η οικειότητα και αναπαύεται το αίτημα συμφβιλίωσης με το πράγμα: ή πώς το ‘μου’ – κτητικό – μεταμορφώνεται σε ‘εγώ’ – αναφορά)… άνοιξε η πόρτα και ξεπρόβαλλε μία σειρά από μικρά πρόσωπα και φυσικά ήσουν στο τέλος – σε είδαμε, ήρεμη, ψάχνοντας κι εσή αυτήν την οικειότητα: κάτι εδώ είναι εγώ… στάθηκες γενναία για μερικά δευτερόλεπτα και έπειτα η γλώσσα έκανε την συνηθισμένη της κατεργαριά: ξεστόμισες τα ονόματα και έσπασε η πέτρα και ξεχύθηκε η φωνούλα και το δάκρυ, έσπασαν τα μάγια… έτσι γίνεται όμως: σιγά σιγά τα μάγια γίνονται σκιές που διαλύονται με το όνομα που τους έχουμε δώσει ή που έχουμε συνηθίσει… ‘μαμά’ και ‘μπαμπάς’… καθαρτήριο και το δάκρυ – επίπονο και σε σένα και σε εμάς… αυτά για αρχή: η δική σου αναφορά έως ότου μας απορρίψεις και γίνει ο κόσμος η αναφορά σου… η δική μου αναφορά; οριστικά… καλή σχολική χρονιά ένη μου – στο μικρό σχολείο (κι ας με απωθεί κάθε σκέψη περί σχολείου και κοινωνικότητας κτλ. – σοφά προειδοποίησε ο Λουδοβίκος: η αμφιβολία έχει νόημα μόνο μέσα στο παιχνίδι – άρα ως συγκεκριμένη αμφιβολία /// ορθά μίλησε και η μητέρα σου: άφησέ την να απορρίψει ή να δεχτεί όσα Αυτή αποφασίσει… εγώ επιστρέφω σε αυτό το διακριτικό αεικίνητο όριο που θα ορίζει έναν τόπο έως ότου το κατεδαφίσεις ενώπιον του εαυτού σου: προς το παρόν εμείς είμαστε αυτός, ο εαυτός σου / αυτό το απύθμενο άλλο σου / κι εσύ; εξαίφνης εγώ – αεί αναφορά, σαν τη μητέρα σου)
Life itself, Bruce Springsteen
22/9/09
η ένη και η συμφωνία των ήχων ή μήπως η συμφωνία της ένης και των ήχων; σκάλες είναι όλα – σκάλες που δεν φαίνονται, παρά μόνον όταν μαθαίνεις ή όταν τίποτα δεν λειτουργεί… συνήθως τις ξεφορτωνόμαστε τις σκάλες [σκαλωσιές]… έως τότε, ένα, δύο, γέη, τέσσερα, πέντε, κέη, φετά, οτώ, εννιά, γιέκα… ένα ένα [11]… κ.ο.κ. μπαμπά; ναι [πρόσκληση]… αγκαλιά…
23/2/09
δεν έγραψα τίποτα για τα γενέθλιά σου – τα δεύτερα στις 4 του Φλεβάρη… γράφω σήμερα όμως ή καλύτερα: ανέβασα μια εικόνα, λου στα κινέζικα σημαίνει ελάφι… χρόνια σου πολλά μικρή – ακόμη και τώρα, 19 ημέρες μετά…
13.11.08
ξανά και ξανά αντηχεί, ‘παιγιά μπάγια’… οι ιάπωνες μπερδεύουνε τα υγρά τους (λ/ρ) οι έλληνες μπερδεύουν την αντίληψή τους (νομίζουν πάντα ότι είναι άλλοι) κι εσύ παραχώρησες την πρωτοκαθεδρία των φωνών στο ‘για’ [με δεδομένο ότι το 'πα' και 'μα' και 'μπα' ή 'πα(πφ)ου' είναι στο λεξιλόγιό σου εδώ και αρκετούς μήνες]… παιδιά μπάλα: παιγιά μπάγια… θυμηθήκαμε με την μητέρα σου τα νεύρα που είχες όταν – ούτε καλά καλά εννιά μηνών – δεν μπορούσες να σταθείς αρκετά και να συντονίσεις τις κινήσεις σου ώστε να περπατήσεις… πώς δεν ήθελες καν βοήθεια… θα μάς τα πεις όλα μαζί; αυτό λένε οι γιαγιάδες σου – όλοι στο δρόμο ενώπιον του έκδηλου άγχους της γλώσσας που δεν κατανοεί τη μη γλώσσα… έμαθα όμως: μία δεύτερη κοσμογονία λένη μου, υποκαθιστάς απόλυτα όσα αυτήν την στιγμή είναι διάσπαρτα και έντοντα με ένα σύστημα σημείων – και η προφορά σημείο είναι… έτσι διακρίνεις: θα διακρίνεις (η δεύτερη φύση υποκαθιστά την πρώτη απόλυτα και είναι αυτονόητο, φύση)… προς το παρόν, παιγιά μπάγια… αγοροκόριτσο…
17.10.08
η λένη όλη τη βδομάδα έχει πυρετό – σήμερα επισκεφτήκαμε την παιδίατρο (δεν συμπαθώ τους γιατρούς, εκτός κι αν είναι αισθητικοί!)
έχεις γίνει παιδί: κούρνιασες στον καναπέ και έβλεπες τηλεόραση, και κάθισα κι εγώ με σένα και είδαμε τα δελφίνια που σώσανε ναυαγοσώστες… κι εγώ σκέφτηκα πόσο αστείο είναι, ότι κι ο σωτήρας ακόμη πρέπει να σωθεί πριν σώσει ξανά… κ.ο.κ. αλλά αυτά δεν σε νοιάζουν: παρά την κόπωση και την αδυναμία ο δείκτης σου εκτείνεται ξανά και ξανά προς τον κόσμο και θέλει να τον γνωρίσει… έτσι ήμουνα κι εγώ μικρός – θα σου ζητήσω συγνώμη διότι είναι κάποιοι μήνες τώρα που δεν έχω άλλη δύναμη να γνωρίσω τίποτα… κι αυτό με ανησυχεί: αλλά τώρα, το έχω πει, το εξομολογήθηκα και ξέρω ότι θα αλλάξει αυτό διότι καμιά φορά οι λέξεις ξορκίζουν το κακό (καμιά φορά)… περαστικά σου μικρή… εσύ είσαι η δύναμη: και η αδυναμία… μας… η μαμά σου κι εγώ σαγαπάμε πολύ… να το ξέρεις αυτό…
7.10.08
η λένη γνωρίζει το σαξόφωνο… έχει ήδη εξοικειωθεί με το μεταλόφωνο και παράγει την πιο όμορφη φασαρία – αρκεί να μπορώ να την ανεχτώ (πράγμα δύσκολο)… την παρατηρώ πώς έχει μεγαλώσει: δεν μπορώ παρά να επαναλάβω τους στίχους των Travis, ότι ακόμη κι αν δεν ξέρουμε τι θα γίνει, ακόμη κι αν μεταμφιέζεσαι, μόνον να προσευχηθούμε μπορούμε, ότι θα γίνεις σοφή… εδώ η προσευχή είναι αυτό το προς που προστρέχει σε μία ευχή – δεν απευθύνεται πουθενά, δινει μόνον σχήμα σε αυτό που επιθυμώ… το σχήμα είναι οι λέξεις:… όσον αφορά την σοφία – δεν ξέρω… αυτό το αφήνω σε εσένα…
4.9.08
ή ο γαργαλιστής (Μπασλάμ) και η λου…
1.8.08
τα όρια τελικά εκτίθενται στο απόλυτα οικείο – που παραμένει ξένο (όταν σε κοιτάζω λ.χ. και δεν ξέρω τι σκέφτεσαι)… θυμίζεις άνθρωπο – κι εδώ πρέπει να πω: έχεις όλες τις ιδιοτροπίες των ανθρώπων… αυτό το σκίρτημα της συνείδησης είναι το θέλω τελικά και το δικό μου… είναι αστείο αλλά αρκετά από τα όχι που ακούς αφορούν σε ένα δικό μου θέλω και δικό μου δικό μου: όχι τα βιβλία του μπαμπά! γελοίο: το ακούω καμιά φορά αμέσως μόλις σου το λέω: το όχι εννοώ… και σκάω στα γέλια… πόσο ηλίθιο είναι… να διατάζεις εννοώ… στον αέρα… και για εμένα που συνήθως θέλω λόγους για τις πράξεις είναι ακόμη πιο αμήχανο να σου λέω όχι… μετά το σκέφτομαι όμως και ησυχάζω: κι αυτό είναι στον αέρα… όπως όλα τα άλλα: δεν θεμελιώνεται… ευτυχώς… διότι έτσι θα μάθεις να παρακούς και ποιος ξέρει; ίσως κάνεις κάτι που θα θεωρήσεις (ή και εμείς θα σκεφτούμε): σπουδαίο! δεν είναι πάντα έτσι όμως: κάποιες φορές προβάλλω όλα τα βήματα της ανυπακοής και καταλήγουμε σε ένα εφιαλτικό σενάριο πόνου, τραυματισμού κτλ. τότε η εντολή είναι απόλυτη και το ξέρω διότι εγώ δεν το σκέφτομαι: κι αυτό το χρειάζεσαι… να το γνωρίζεις… αυτό είναι η ασφάλεια που θα νιώθεις – όσο μιλάω (κι εγώ και η μαμά σου)… όσο μιλάμε… τα υπόλοιπα, ανθρώπινα, πολύ ανθρώπινα… φόβοι δικοί μας και ανασφάλειες – δικές μας ιδιοτροπίες… είναι δύσκολο αλλά τελικά είμαστε μόνον άνθρωποι (κι εμείς)… κι αυτό το μαθαίνουμε στα όρια που χτυπάμε το κεφάλι μας, σαν σε τοίχο… στο όριο της συνεννόησης όπου η συνεννόησης άλλοτε είναι μέγιστο διακύβευμα κι άλλοτε καπρίτσιο… καιρός να ξαναπιάσω τον Εμμάνουελ – ο Λουδοβίκος έχει αρχίζει και με ποτίζει… σαγαπώ Λου
2.6.2008
med sud I eyrum: πριν από τον κόμβο του ρύσσιου, μία ακόμη ανυπόφορη κυριακή στους δρόμους που ψυχορραγούν / ψυχαγωγούν… το τέλος του αιώνα σκέφτομαι είναι η κατάρα της μοντέρνας σκέψης / το τέλος της αυτοκρατορίας, της αυστρουγγαρίας, η παρακμή της βιέννης, σκέφτομαι, εδώ εγγράφεται η καταγωγή μας: το αιώνιο παίγνιο των αιώνιων νέων της αστικής τάξης / κάτι ψιθυρίζω / δεν απαντάς / παιδεύεσαι με τα αυτοκόλλητα που σου έχει δώσει η μητέρα σου προκειμένου να απασχοληθείς μέσα σε αυτήν την αφόρητη κυριακή που σε βρίσκει στο μικρό αυτοκίνητο καθοδόν προς το πατρικό, μητρικό, το σπίτι / ποτέ ξανά καμία εποχή δεν αναπαραγήγαγε την ιστορικότητα σε όλα τα επίπεδα, και ποτέ άλλοτε καμία εποχή δεν ζει με αυτόν τον απόλυτα ανιστορικό τρόπο, λες και η ιστορία έχει ακινητοποιηθεί στη μελέτη της, την καταγραφή της: αυτή η εχθρότητα απέναντι στην ιστορία (τον πόλεμο, την αλλαγή, την μετεξέλιξη, τη βία, την αρχή: τίποτα) / δεν ανησυχώ, όλα επιστρέφουν και επανέρχονται, και η ιστορία θα το πράξει αυτό αλλά απλά ορισμένες φορές θέλω να σε προσπεράσουν όλα τα άσχημα (εσένα και την μητέρα σου) κι όλα όσα συμβούν να συμβούν σε εμένα μόνο
inni mer syngur vitleysingur: σου λέω, πες λου, και λες, ου, και το πρόσωπο σου συσπάται, σουφρώνεις την μουσούδα σου και λες, ου, ξανά και ξανά, αφαιρούμαι, σταμτάω, ξεκινάω, σταματάω, η καρδία μας επιφυλάσσει ένα ανέλπιστο άνοιγμα, γυρίζω να σε κοιτάξω ξανά, η μικρή μου, και χαμογελάς, με τα μάτια, κλειστά, ακούγοντας sigur ros, αυτό δεν το περίμενα, ακόμη και τώρα το μαχαίρι έχει σφηνωθεί στον οισοφάγο μου και ο λαιμός μου δεν μπορεί να καταπιεί, να αναπνεύσω, ανεβαίνει διαρκώς, και φεύγει, έτσι, ξανά και ξανά, έχεις γείρει το μικρό σου κεφαλι προς τα πάνω δεξιά, και χαμογελάς, έχεις κλείσει τα μάτια, ξέρω ότι θα κοιμηθείς, μέσα στο μικρό κλίμα που η τέχνη του λόγου κατεργάζεται με την πονηρία του παρέα, και ξανά τα τύμπανα, δεν ξέρω ισλανδικά μικρό μου ξωτικό, αλλά ξέρω ότι κάπου θέλω και ακούω, i am loosing my head again, αυτή είναι η κόρη μου
gobbledigook: μέσα στους ήχους του μικρού ισλανδικού πανήγυρου αποκοιμήθηκες, κι εγώ, μέσα από τις φωνές επανακάμπτω στην σκοτεινή μου σκέψη για το τέλος του αιώνα, έχω φύγει από τον παράδρομο αμέσως μετά την καρδία και κατευθύνομαι προς το σπίτι, δεν έχει άλλα αυτοκίνητα, πόσο αμελής είμαι όταν οδηγάω, επιρρεπής στην σκέψη, σα να ξεπροβάλλει ξανά το πρόσωπό σου, επιβεβαιώνεις ότι όλα είναι όπως τα άφησες και αποκοιμάσαι ξανά,
illgresi, αν ήταν να ξαναγεννηθώ μόνο μουσική θα ήθελα να είμαι, να με συλλάβει κάποια φωνή και να ακούγομαι, ίσως κάποια κυριακή, όταν όλα ειναι αφόρητα κι εγώ σε παίρνω να επισκεφτούμε τη γιαγιά, να προλάβει η μαμά να καθαρίσει και να επισκεφτεί την άλλη σου γιαγιά, δύσκολα είναι μικρή, αλλά εδώ, στην τριβή αναπτύσσεται ο κόσμος και η εμπειρία, καλά είναι, μέσα στο μικρό κλίμα που έφτιαξα για εσένα – μην με παρεξηγείς, τελικά είμαι κι εγώ μόνον άνθρωπος και σε αγαπάω όσο τιποτα στον κόσμο λου, τίποτα
24.6.2008
4 Φεβρουαρίου 2008
η γλώσσα της, αυτή που σου μιλάει αλλά συνήθως, τραγουδάει σου συστήνει τον κόσμο (μας), σε συστήνει στον κόσμο μας, τα αναρίθμητα αντικείμενά του που επίμονα ζητάς κι εγώ σου αρνούμαι, αυτή η αρνηση είναι το αρσενικό, η φωνή που δεν ακούγεται συχνά, μόνον όταν επανασυνδέει τα κομμάτια, τότε, στο όριο που το νόημα είναι οριακό και θεμελιωδώς αναποφάσιστο, αποφασίσει, και μιλάει, συνήθως γνέφω, ξέρω όμως, ζητάς περισσότερο, κι εγώ παραχωρώ, μέχρις όμως ποιο σημείο, μόνον εγώ ξέρω, η μικρή μας κάμπια απόκτησε χρυσοποίκιλα φτερά και χτυπά με δύναμη τα ολόχρυσα φτερά της, δεν θέλει να φύγει μακριά, να γνωρίσει θέλει, μας γνωρίζει θέλει, ένας ιστός από σημεία, που θα βάλεις, θα βγάλεις, να γίνει ο ιστός πόλη και σημασίες και να μας περιπαίζεις όταν δεν θα καταλαβαίνουμε τίποτα από όσα λες και θα θυμομαστε αυτούτς εδώ τους θορύβους σου, τις κραυγούλες σου, το δάχτυλο που επίμονα ζητά, τα χέρια που τεντώνουν μαζί με τον λαιμό σου – έχω δύο κύκνους μέσα στο σπίτι μου – και ζητάει εμένα ή την μητέρα σου, τα χέρια σου, αλλά κυρίως το κεφάλι σου που σχεδόν ισορροπεί μεταξύ του βάρους των πραγμάτων που ζητάς και του δικού του βάρους… ένας χρόνος γεμάτος, κι ακόμη τα χέρια μου τρέμουνε, και τα πόδια λυγίζουνε, όταν σε αφήνω στο κρεβάτι κι έχεις αποκοιμηθεί και βλέπω πόσο λίγο με χρειάζεσαι και πόσο εγώ έχω ανάγκη, να γίνεσαι σιγά σιγά αυτό που είσαι και να θυμάμαι σε εσένα όλους όσοι έχουν φύγει και δεν έχει σημασία διότι συνεχίζεις… θα γίνεσαι οι αναμνήσεις μου κι εγώ ένα σημείο πάντα, ένα έσχατο όριο έως ότους χάσω κάθε εκταση και συρρικνωθώ – μέχρι να το προσπεράσεις
χρόνια σου πολλά ελένη μου
4.2.2008
12.12.2007
επικεντρώνεται η αναφορικότητα (και η αυτο-αναφορικότητά σου) σιγά σιγά και παρατηρείς: δείχνεις… το πιο απλό πράγμα, το δεικνύειν… υπαγορεύεις με επιφωνήματα κι εμείς ακούμε πέραν των λέξεων, αυτήν την αρχέγονη σχέση ενός μικροσκοπικού δείκτη και των αντικειμένων… ο δείκτης διακρίνει: ίσως αυτή η διάσταση, η διαφορά της αμεσότητας να γίνει ανυπόφορη – μην ανησυχήσεις όμως: ο ίδιος ο δείκτης θα αποκαταστήσει την αμεσότητα… μπροστά στον καθρέφτη σταματάς: με κοιτάζεις πια μέσα από τον καθρέφτη… το ξέρω αυτό το βλέμμα: εγώ είμαι εγώ κι εσύ είσαι εσύ, αυτό ειναι το βλέμμα που διακρίνει – παίρνει την σκυτάλη από τον δείκτη… το ίδιο βλέμμα που ψάχνει να βεβαιώσει ότι είμαστε ξωπίσω σου και σε παρακολουθούμε: αυτό που λέει η μητέρα σου σοφά, στρέφεσαι σε εμάς, ασφάλεια, γινόμαστε το όριο που θα προστατεύει τον ύπνο και τον ξύπνιο σου μικρή καθώς γραπώνεσαι στα μπατζάκια μας ή ξυπνάς και απλώνεις τα χέρια σου για μία μικρή αγκαλιά… ελπίζω μόνον ότι θα έχουμε το νου και στην ώρα που θα μας πεις εσύ θα αποσυρθούμε διακριτικά, όπως διακριτικά βρεθήκαμε στο κέντρο – όπως έμαθες να περπατάς μόνη σου… έμαθες να πέφτεις καλά… έμαθες να πέφτεις καλύτερα… έμαθες και στέκεσαι… δεν ξέρω: σας βλέπω και τις δύο και νομίζω ότι έτσι έπρεπε να είναι εξαρχής κι έτσι έγινε λοιπόν κι αυτήν την τύχη την έχω εγώ – κι ας είμαι, στιγμές ή πιο συχνά ή εξ ορισμού (!), ανυπόφορος…
12/12/2007
Δεν ξέρω τι να υποθέσω. Είναι αγάπη αντικαθρεφτισμός ή αγάπη ειδωλολατρική; Για το καλό σας, ελπίζω να ισχύει το πρώτο. Τις θερμότερες καλησπέρες μου.
ας κρατήσουμε το ‘αγάπη’ που (κι) εδώ είναι ένα με το ‘ζωή’… κι αυτό διότι η έννοια του καθρέφτη (είδωλο) με κάνει και αισθάνομαι άβολα…
την καλησπέρα μου βεβαίως βεβαίως
through the looking glass, or what Alice found when she stopped looking